Tuesday, July 30, 2019

Crazy Golf, Crazy Mentality

Let us suppose that you are a senior clergyman in charge of evangelism and outreach. You see the numbers of people entering your church building dwindling. You see that there are youngsters who have never entered a church building before and that your church has practically lost the young.

Your church has a long history stretching back centuries. It has a faith which goes back to Christ Himself and further to when Man looked first into the face of God and fell on his knees and worshipped. Your church has a dignity of marking important milestones in the lives of individuals, communities and nations. It has been open for the Godly and Godless alike to come in and experience the Divine touch through stillness, silence and prayer. History is written into every stone laid. The graves of bishops, dukes, princes and martyrs stand as a testament to the reality of Death and the hope of Resurrection. Your church is a place where Eternity and Temporary meet.

What do you do?

Of course you turn your church into.a Crazy Golf course.

Your reasoning:

Children like fun. Crazy Golf is fun. If you turn the church into a Crazy Golf course, children will come in to the church and experience the real Christianity.

There is, of course, a hidden assumption.

Are Children going to even notice the church if they're having so much fun?

Will they notice the church when you take away the golf course and replace it with pews for your services, or will they be disappointed and not come back til you do?

Ah! But if one person comes to faith through Crazy Golf, that would make it all worth it. True, there would be much rejoicing in Heaven but what about the one who falls away from the faith because of a lack of confrontation with the glory of God normally inherent in your church?

Again the CofE shows itself to be utterly concerned with appearances, accidents and superficialities rather than integrity, substance and conviction. For Rochester Cathedral - the place where I was formally and formerly admitted and licenced for lay ministry - had indeed betrayed the faith of St Justus by becoming a house of fun.

Yes, numbers of Christians are dropping, but the Church will not win souls by changing into the very thing that it wants to win souls from. The prodigal son realises for himself the predicament he's in for himself, not because his father kept phoning him, dropping round and visiting him and giving him more of what he wanted.

Crazy Golf proves to be a distraction away from one's poverty of spirit because it scratches an itch. But scratching an itch causes more damage: one needs to address the cause, not the symptom.

What prayer will take place in a building meant for prayer when there are screams of laughter pinging around the vaults? Many churches indeed used to be little more than a cattle market on a Sunday morning which necessitated the need for the elevation of the host and chalice to the sound of bells. Yet, the church was still the centre of the community because it was the house of God.

Or perhaps, with the decline in numbers, Rochester Cathedral is merely trying out a few options before it finally closes as a place of worship and is sold to the secular community. 

Perhaps that has already happened.


Επανέρχεται ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης!

Σήμερα είναι μια μέρα δικαίωσης για όσους υπηρετήσαμε έναν θεσμό με προσήλωση στην εφαρμογή των δικαιωμάτων των πολιτών και στην καταπολέμηση της δημοτικής κακοδιοίκησης. Δικαίωση για έναν αδικοκαταργημένο θεσμό του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων!

Το νέο σχέδιο νόμου για την τοπική αυτοδιοίκηση επαναφέρει πλήρως τον θεσμό του "Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης" που κατάργησαν οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ με τον "Κλεισθένη".

Ο θεσμός όχι απλά επανέρχεται, αλλά και εμπλουτίζεται ακολουθώντας όλες τις διατάξεις που έχει προτείνει από το έτος 2015 το Δίκτυο Συμπαραστατών που έχω την τιμή να είμαι ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος. Συγκεκριμένα οι καινοτομίες είναι:

- Συμπαραστάτης εκλέγεται όχι μόνο στους δήμους άνω των 20.000 κατοίκων, αλλά και στους νησιωτικούς δήμους (που υπολείπονται σε αριθμό κατοίκων)! Επομένως, τα νησιά μας θα έχουν πλέον έναν ακόμη θεσμό να υποστηρίζει τους πολίτες!

- Ο Συμπαραστάτης θα εκλέγεται όχι με την δύσκολη πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου, αλλά με τα 3/5 των παρόντων μελών του δημοτικού συμβουλίου! Έτσι, περισσότεροι δήμοι θα καταφέρουν να εκλέξουν συμπαραστάτη.

- Ορίζεται πλέον ρητά ότι οι καταγγελίες μπορούν να υποβάλλονται όχι μόνο από φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, αλλά και από νομικά πρόσωπα (κάτι που δεν προβλεπόταν στην προηγούμενη διάταξη, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσφύγουν σωματεία!).

- Ορίζεται πλέον ρητά ότι οι υπηρεσίες του Δήμου είναι υποχρεωμένες να παρέχουν κάθε δυνατή συνδρομή στον Συμπαραστάτη!

- Ορίζεται πλέον ρητά ότι ο Συμπαραστάτης έχει πρόσβαση στα έγγραφα από το αρχείο του Δήμου!

- Ορίζεται πλέον ρητά ότι ο Συμπαραστάτης αν διαπιστώσει φαινόμενα κακοδιοίκησης, διατυπώνει συστάσεις για την αποτροπή τους!

Θέλω να ευχαριστήσω την Νέα Δημοκρατία που τήρησε την υπόσχεση που μας έδωσε το έτος 2016 ο αντιπρόεδρός της Kostis Hatzidakis στο Συνέδριο των Συμπαραστατών, όπου δεσμεύθηκε ότι θα νομοθετήσει όλες τις τροποποιήσεις που προτείναμε ως Δίκτυο Συμπαραστατών! Είναι από τις πιο θετικές εκπλήξεις όταν οι πολιτικοί τηρούν τις υποσχέσεις τους!

Η μέριμνα για την επαναφορά και επικαιροποίηση του θεσμού οφείλεται στην εργασία που έκανε ο υφυπουργός Thodoris Livanios, ένθερμος υποστηρικτής του θεσμού από τα πρώτα βήματά του, από το 2012 όταν ο ίδιος ήταν Γενικός Γραμματέας στον Δήμο Αθηναίων.

Εύχομαι όλοι οι δήμοι και οι περιφέρειες που πληρούν τα κριτήρια και κυρίως όλοι οι νησιωτικοί δήμοι να αποκτήσουν Συμπαραστάτη!

Κυρίως όμως, περιμένω να δω νέο περιεχόμενο στην σελίδα Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης (Athens Ombudsman).

Και τώρα, ο λόγος ανήκει στην δημόσια διαβούλευση και στην Βουλή!

Sunday, July 28, 2019

Περί Εθνικής Αρχής Διαφάνειας

Διαβάζω το νομοσχέδιο για το επιτελικό κράτος και κυρίως το κεφάλαιο για την ίδρυση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

 Είναι σε σωστή κατεύθυνση η ίδρυση ανεξάρτητης αρχής που θα αντικαταστήσει την (κυβερνητική) γενική γραμματεία καταπολέμησης της διαφθοράς και άλλους φορείς που διόριζε ο υπουργός εσωτερικών (π.χ. Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης: btw, ειναι η δεύτερη φορά που η ΝΔ καταργεί την συγκεκριμένη θέση, την πρώτη φορά είχε καταργήσει τον θεσμο το 2004 όταν ΓΕΔΔ ήταν ο κ. Δαφέρμος, ο οποίος προσέφυγε στο ΣτΕ και έχασε, διότι θεωρήθηκε μετακλητός, ενώ στην επανιδρυθείσα θέση του τοποθετήθηκε ο κ. Ρακιντζής!).  Βέβαια, η χαρά δεν κρατάει και πολύ, αφού ο Πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου επιλέγονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από μία λίστα διπλάσιου αριθμού υποψηφίων που καταρτίζει μια ανεξάρτητη επιτροπή τύπου ΑΣΕΠ. Οπότε κι αυτοί μετακλητοί θα είναι τελικά και θα μπορεί να τους καταργήσει με ένα νόμο μια επόμενη κυβέρνηση ύστερα από τυχόν πολιτική αλλαγή. Αλλά τι να κάνεις, έτσι γίνεται όταν ιδρύεται μια ανεξάρτητη αρχή ερήμην του Συντάγματος.

Το κυριότερο έλλειμμα που εντοπίζω είναι ότι ένας τέτοιος οργανωτικός νόμος θα έπρεπε να περιλαμβάνει ορισμό της διαφοράς (υπάρχει ένας πολύ καλός που ακολουθεί η Διεθνής Διαφάνεια: κατάχρηση ανατεθείσας εξουσίας για ίδιον όφελος) και να εξειδικεύει με συγκεκριμένες νομικές διατάξεις την σφαίρα της αποστολής της χωρίς αοριστίες τύπου δέχεται καταγγελίες για διαφθορά. Διότι έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μπορεί οι πολίτες να μην αντιληφθούν περί τίνος πρόκειται και να καταγγέλλουν ως διαφθορά π.χ. την λειτουργία οίκου ανοχής (το είχαμε ζήσει στην Διεθνή Διαφάνεια, στο κέντρο καταγγελιών διαφθοράς που ήμουν νομικός σύμβουλος). Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο η Εθνική Αρχή Διαφάνειας θα έχει ρητά αρμοδιότητα και για τον αντικαπνιστικό νόμο: ποια ανατεθείσα εξουσία και ποιό ίδιον όφελος;

Επίσης είναι λίγο περίεργο που από την αρμοδιότητα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας εξαιρούνται ρητά τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα. Γιατί τέτοια ασυλία;

Standing with, and not on, the Amalekite

Sermon for the sixth Sunday after Trinity

Don’t you feel a bit sorry for the Amalekite?

After all, he sees King Saul trying to commit suicide by leaning on his spear, failing and mortally wounding himself. He seeks the king in pain and terminally ill. He sees him utterly crushed by the Philistines and his whole cause destroyed. He hears the king call to him, “Stand, I pray thee, upon me, and slay me: for anguish is come upon me, because my life is yet whole in me.” This is what the king says, and this Amalekite does what he’s told and takes away Saul’s pain by giving him the coup de grace – the blow of grace, the stroke of mercy.

Then, in mourning, he tears his clothes, puts earth upon his head and goes to tell King David what has happened and what he has done. At least, that’s his story.

You see, we also have the report that Saul asked his armour-bearer to hold his sword while he falls on it. According to that report, the armour-bearer does so, and then commits suicide himself.

Is the Amalekite lying by telling that he has nobly killed Saul, a man whose dislike of David has been very much in evidence? Or is he, indeed, directly or indirectly responsible for Saul’s death.

Either way, this Amalekite is told that he has killed the King’s anointed and his execution is pronounced and swiftly carried out.



The king himself orders you to help him kill himself? What do you do?

Do you say, “it’s the king, so we must obey him”?

Do you say, “he’s dying slowly and painfully, so we obey him”?

Do you say, “he has nothing left to live for, so we obey him”?

Or do you say, “No, Your Majesty”?



We are very good about raising questions about life and death, but we are not so good about finding answers. The experience of this Amalekite shows us just how many questions suddenly rise out of the one single act. We Christians are always confronted by people who throw a barrage of questions beginning “what if…” and expect us to have a ready answer. Too often we don’t have an answer that we ourselves would find satisfactory. As all the questions buzz around our heads, we cry out “argh” and then try and find something a little more easy to deal with like Quantum Gravity or solving the Gettier problems.

How do we deal with questions of life and death?


We start with God.

We have to, because all things start with God. God is the source of life. He gives it and He takes it away. It is His right to do so because He is the Creator. He seeks not the death of the sinner, but rather the sinner turn to Him and live. He has the power to take away life and to give it back again.

We also have to start with the fact that God is love and relating to Him is what it means to love. It is in Him alone that we live and move and have our being at His good pleasure and ours. We see Him provide for us by feeding the multitude we see Him heal the sick and forgive the penitent and generally act how God act and living how God lives.

At each part, He seeks out Life! He promises Life. He restores Life!

And we have to act according to the pattern He sets so that we can be truly united with Him and share in His divinity as He shares our humanity.


The Amalekite is probably not telling the truth, which is probably why he gets punished so harshly. This is not David shooting the messenger; this is David punishing one who has killed the rightful king – the one anointed by God for God’s purposes.

Were we there present with Saul at his lowest ebb, then it would be our duty as Christians to preach light in the midst of darkness, joy in the midst of despair and life in the midst of death. We cannot do this glibly or like Pollyanna with her tedious Glad Game which is often a gross insult to the pain and suffering of others.

Nor are Christians called to be lawyers pronouncing this a sin or that a sin according to a set of rules and instructions and thus killing by standing upon them just as the Amalekite claims to have stood on Saul to end his life.

 Life and Death are not a matter of our understanding of the Law but on God’s unique ability to destroy Evil with His very self.

We Christians have to feel their pain and, being the Royal Priesthood, offer that pain to God through our own sufferings.

We stand with Saul in his agony, not upon him.

We stand with David in his misery, not upon him.

We stand with the Amalekite in receiving the punishment for his foolishness, not upon him.

We stand with all humanity in all suffering, not upon any single one.

Only then can we preach the Way, Truth, Light and Life of God.


Of course that’s not easy to do.

Of course that’s practically impossible.

Of course that’s almost obscene in the terror it gives us.

But it is what God does.

It is what God calls us to do.

And it is what God will help us to do by sharing fully, honestly and authentically with our humanity. This is what it means to put on Christ. This is what it means to forsake ourselves, take up our crosses and follow Him.

We start with God in all things. We stand with Him in all things. We live with Him in all things and into Eternity.

Essential clarification: Looking at the other side of the card

In this current socio-intellectual climate, I notice that there is a large section of society who are trying to win the argument against traditional Christian values by simply stopping the argument in its tracks. It's easy to win the argument by not having the argument in the first place. However, if there is no argument, then how can we ascertain the truth beyond reasonable doubt.

In the Law Court, there are counsels for both complainant and plaintiff, for prosecution and defence. To make a truly objective and scientific judgement on any issue it is imperative to examine the case on either side.

There is a famous example called the Wason Verification Selection.

You see four cards on the table. Each card has a number on one side and a letter on the other.

On the table you see the cards

5, 4, A, T

The hypothesis you are given is that if a card has an odd number on one side, then it must have a vowel on the other.

Which two (and only two) cards must be turned to show whether the hypothesis is correct?

If you've not seen this before, do pause and have a go before reading further.

You will have probably thought about turning over the card marked 5. This indeed will test the hypothesis because if the other side is not a vowel, the hypothesis must be false.

Many people will then turn the card marked A to see if the other side is an odd number. This is not correct.The hypothesis to test is that odd number means vowel. This is not the same as vowel means odd number:  that is a false inference. It's the same fallacy as saying cats have four legs, dogs have four legs therefore cats are dogs because they both have four legs.

The hypothesis can only be tested by turning the card with the T. If the other side is an odd number, then the hypothesis is shown to be false.

What we have just used here is the verification by the contrapositive. The hypothesis of "odd number implies vowel" is logically the same as the hypothesis "consonant implies even number" or, more properly stated, "not-vowel implies not-odd". To verify "odd implies vowel" by turning the 5 card is not enough, we have to verify "not-vowel implies not-odd" as well by turning the T card in order to accept or reject the hypothesis.

That's logical reasoning and scientific method. In order to make a judgement both sides must be considered.

The Church has already done this to discern truths about God. The Seven Great Oecumenical Councils are testament to the process by which we have learned to understand God. Each side was put forward in each case and the truth found out by (often heated) argument.

Not to allow for debate leads to Kripkean Dogmatism which is irrational and unlikely to discover real truth.

I write this post wishing to assure all people that I do have respect for people and the battles they have. I do recognise that homosexuals have fought hard for the right not to be arrested, imprisoned or even murdered for their orientation. I am fully aware of the devastating consequences of oppressive attitudes which afflicted Oscar Wilde and Alan Turing. This oppression must stop.

I also agree that, if one enters business then one simply cannot turn away a man because he is gay. I cannot side with B&B owners who dictate what goes on inside their rooms unless it really does break criminal or civil law. If these owners will not allow a gay couple to share a room, then they cannot allow an unmarried heterosexual couple, divorcés, the sexually promiscuous or any single folk who might engage in onanism on the grounds that it is the same sin - fornication, sexual immorality.

Likewise, I am fully convinced of the pain of those who believe that they don't match up to the sex which they were born. It must be agonising constantly feeling that your body is wrong at such a deep level. I understand why so many such folk commit suicide. This is why I have no problem with how anyone wants to dress if it eases the dissonance and makes them feel comfortable.

I really want to make this point clearly. I hate no-one. I want to hate no-one. I will fight to make sure that I hate no-one. I want everyone to find everlasting and true happiness. I want everyone to thrive, happily and healthily. I believe that the Westboro Baptist Church to be utterly and vilely wrong in their disgusting picketing of public occasions proclaiming God's hatred. I will fight for people to be free to choose and for them to have the same opportunity to live their lives as they please. I believe God does the same.

But I have conclusions that come from my belief in God and what He has revealed to His Church in Christian doctrine.

Christian doctrine says, has always said and will always say that all sexual activity outside the bonds of marriage is sinful. This is quite clear from when the Lord God says, "thou shalt not commit adultery" and thereby means for us to keep it in letter and in spirit.

Christian doctrine says, has always said and will always say that marriage occurs only between a man and a woman. This is quite clear from when the Lord speaks of a man leaving his parents to be united with his wife, from His blessing of the wedding at Cana, and in His being the Bridegroom of the Church which is His bride.

Christian doctrine says that it is God alone who determines a person's sex and no-one else. This is clear when God made humanity, "male and female made He them".

These are my beliefs and you are free to accept or reject them as you choose. If God has given me free-will and thus permitted me the possibility of falling into sin, then He has done so for you. I cannot convict you of any sin that I might perceive that you have committed. I have neither the power nor the authority, nor even the desire. Yet, as a priest of God, I do have the God-given authority (literally) to absolve you of any sin you might confess to God through me. I am overjoyed to be able to help a penitent receive the free gift of God's forgiveness and I thank God that I am not called to pronounce sentence over anyone. To do so would be to pronounce sentence on myself.

I have a good idea of where goodness and truth are, and know that they are of God and preached by his Church, but I do not have any monopoly on where they are to be found.

Christian doctrine says that human nature was created to love God and neighbour. This love is not a love primarily concerned with making people feel loved, but rather looking to reconcile them with God despite their feelings so that these feelings may be purified and transformed by God's redeeming love.

This is why I have no concerns about someone else's practices, pronouns or proclivities. It's why I am undisturbed by the fact my wife disagrees with me on many issues. Indeed, it is because we argue well that I feel confident in my position and understanding even if she still does not accept what I understand to be the truth. She doesn't necessarily tolerate my views, she tolerates me. She doesn't love me for my doctrine, she loves me for me regardless of my doctrine.

What I do worry about are those who disagree with me trying to silence me and legislate that I may not hold my Christian views. As Professor Jordan Peterson says, it is not the fact that one born a man wants me to address that one as her that I have a problem with. It is the one who coerces me by law to do so.

It is not the one who refuses to answer my questions that worries me, but the one who will seek to prevent me from asking the question in the first place.

It is not the one who disagrees with my research that worries me, but the one who seeks to make sure that I am forbidden to carry out the research in the first place.

I do have questions:

1) Do children with same-sex parents fare as well as those with opposite-sex parents?

2) Should children who believe that they are the wrong sex be given puberty blockers so that they can decide what sex they want to be?

3) If people need counselling in order to help them "come out of the closet", and people may be gender-reassigned, why may people not be allowed to change their sexual orientation? Why is conversion therapy unacceptable in its theory?

4) If a woman can have testes and a man a uterus, then what do the words "man" and "woman" really mean?

If I am to understand the answers to these questions then I need to evaluate evidence for and evidence against. If Amazon is banning books by authors who advocate Conversion Therapy, then I have no means to receive an unbiased answer to question (3) and to refute or defend their arguments.

The answers to these questions will do nothing to change my mind that I believe in God and that God has wanted to create every individual. Too often the research is discredited by ad hominem attacks rather than by demonstrating the intrinsic error.

I will defend the right of every person to speak their mind but to do so with reason and respect for the listener. Arguments are not won and lost; they are either convincing to some and not to others. Ultimately, arguments help us grow closer to the truth when they are conducted by human beings recognising human beings.

Anyone who accuses me of homophobia, Islamophobia or transphobia is not listening to me. I have tried hard to listen, but ultimately it will be Almighty God Who will draw me to the truth in Whom we all live and move and have our being.

Thursday, July 25, 2019

CofE Catholic Concerns

You may remember that I have praised Forward in Faith for striving to exist within an ecclesial body that doesn't want them to exist.

I don't regret my words in the slightest but I do worry very much about these people. My impression is that they have fallen into the Slough of Despond.

Recently, in the Diocese of Wakefield, some worshippers at the cathedral who cannot receive the ministry of female priests found that women were presiding at the altar without any notice: they had to walk out of the Mass. Thy complained to the cathedral and asked to be given some notice as to who was presiding. The cathedral refused and so the worshippers brought the matter to the Independent reviewer who ruled in their favour and told Wakefield Cathedral to address the issue as an expression of “mutual flourishing”. The Cathedral said that they would invite those worshippers individually to see the list on the provisor that they would not divulge the information to anyone else.
And FiF said that this is a step in the right direction.

I cannot disagree more and, indeed, I find their attitude very depressing. Why? Because I have been there before.

Many years ago (yet still within the lifetime of this blogling) I had stopped acting as the “Liturgical Deacon” at our Parish Eucharist on the grounds that it had become a vehicle for the Rector to act like a ringmaster at a circus of all liturgies and none, and as compere at a concert of the usual theological vacuity that passes for hymnody in the modern church. The way he ran it was not a Mass. He replaced me, without notice, with a woman deacon whom I was told “had no interest in becoming a priest.” I turned up to find her acting as a deacon at the Maundy Thursday Mass that year. I had to walk out. As Parish Reader, some people expressed their concerns to me about this. I, too, asked for myself and on their behalf when this woman would be acting liturgically. I was completely ignored and told “if you let us know who the ‘others’ are, we can talk to them.”

What happened? Very simple. I was sidelined to Morning Prayer and ignored. When Fr Look-At-Me left, Mrs Rural Dean came along and ousted me with a flurry of falsehoods all designed to oust me or subdue me. I was only allowed to object to women in the three-fold ministry if I was a member of a parish that did. Mrs Rural Dean had done her best to make sure that there were no such parishes nearby. That was her commitment to “mutual flourishing”. Interestingly, Mrs "I don't want to be a priest" Deacon was ordained  a CofE priest within year after my departure.

The same will happen here but to all of FiF. If it will continue to accept the crumbs that fall from the table of “mutual flourishing” then it will either have to roll over and accept defeat or leave.

I know that many FiF priests will be carrying on quietly seeking to energise the faithful. That is what I did, quietly saying Morning Prayer with a congregation of usually one other. It was appreciated by that one, though when I left she cared not tuppence.

I therefore repeat, and indeed beg, FiF to leave the CofE for its own spiritual health and for the health of its members. Found your own church. I know that it is painful – I know from bitter experience. I know that the material and psychological cost is huge – I know from bitter experience. Yet, leaving the material trappings for a greater spiritual health is a glorious sensation. The moment that my resignation from the CofE escaped my lips to Mrs Rural Dean and her tacit hatred of “mutual flourishing”, I felt better – so much better! If we are true to the Catholic Faith, then we do have to leave all things behind and follow our Lord Jesus Christ. Already I find so much more than I lost in Him.

My Diocese may be small, laughably so to some, but we all face East both liturgically, doctrinally and in our personal spirituality. We all face the same direction to behold Our Lord Jesus Christ, albeit in places such as small chapels to front rooms. We do so because we intend to be Catholic in truth first before appearance, and so demonstrate our Catholicism more authentically.

Please, Forward in Faith, Church Union, The Society, whatever you like to call yourselves. Wake up, don’t accept the crumbs from the Grand Bully Welby. Leave the CofE. Found your own group if you have to, but we are here to stand with you if you really do want to be Catholic,

Tabloid Thinking and Clickbait Christianity

I have made it a rule never to read news articles in which one word is unnecessarily written in block capitals. Invariably, I find that, if I do break my rule, the headline is, at best, a bending of the truth or a slight misinterpretation of the facts. At worst, it is a downright lie designed to get people to read the article - it is apparently called clickbait.

I was told that an Anglican priest posted an article with a headline that appeared to accuse Continuing Anglicanism of seeking the approval of the American religious right and was thus doomed to failure.
Obviously, this is certainly not true in our little archipelago as the church most aligned to the ambient politics is the established church which is broadly heretical in her teaching.
When pressed on this accusation, the priest who posted said that he had done so to get people to read and discuss the article. He thought that it was better to post something controversial and then "clarify" in further dialogue. He had resorted to clickbait.

Of course, explaining the truth takes some time. This is why the bodies of work of great theologians are large and often unfinished. For once, I actually have to.agree with the CofE's Archbishop of York when he says that Christianity cannot be reduced to soundbites. The proclamation of the Truth of Christianity must be done in one's living it out.

Perhaps I should sympathise with this clickbait priest in trying to get his post noted. I would, but my problem is that in order to do so, he has made an accusation which he then says he hasn't made; he has stated a fact that isn't true without sufficient grounds: that's not a commitment to the truth.

This is tabloid thinking. On one level, it's like the most annoying adverts breaking in on a video you're watching or the unwanted flyers that turn up on your doormat rather than the important letter you're waiting for.  On another, more serious level, it brings us to the problem of fake news.

Things that are designed to mislead in order to grab your attention contribute to the swathes misinformation that is floating around. It makes the internet a more confusing and spiritually more dangerous. There are so many people who use the internet not only to publish the classic heresies in a modern form, but go overboard in their efforts to get you to read them.
Continuing Anglicanism is a commitment to the truth - a position enshrined in the Affirmation of St Louis. It is why Continuing Anglican churches stopped walking with the Episcopal Church of the USA in the 1970s and 1990s in the UK. Our sole commitment is (or at least should be) the truth of Our Lord Jesus Christ, crucified, risen and reigning.

If we seek to mislead in order to get people to hear our message then we present no reason for people to believe us. Telling the truth is not easy; it takes time; people's attention falter. Yes, there is always a process of clarification as the truth is examined, but we must follow the rule of backing up claims with evidence rather than allowing misinformation deliberately to spread through careless soundbite.

It is better for the message to be heard in people's own good time than for them to be bombarded with rubbish and be expected to root the truth from it. Given that there will always be those who are irresponsible, it is also better for those who seek the truth honestly to sharpen the mind against falsehood.

Broadsheets may be difficult to read, but they have greater integrity than the cheap tabloids.

Wednesday, July 24, 2019

H τέταρτη νομική σχολή της χώρας

Ζούμε σε μια εποχή άνθισης της νομικής επιστήμης. Ποτέ πιο πριν στο παρελθόν δεν υπήρχε τόσο ευρεία και ευχερής πρόσβαση των πολιτών στην δικαστική αλλά και στην εξωδικαστική επίλυση των διαφορών τους με την συνδρομή των νομικών κανόνων και των νομικών επιστημόνων. Τα δικαστήρια έχουν πινάκια γεμάτα με υποθέσεις που σπάνια διεκπεραιώνονται σε μία δικάσιμο. Κανένα μέτρο επιτάχυνσης της απονομής δικαιοσύνης δεν πτοεί τους πολίτες που είναι αποφασισμένοι να δικαιωθούν. Ποτέ πιο πριν στο παρελθόν οι εκδοτικοί οίκοι δεν δημοσίευαν τόσα πολλά νομικά βιβλία με συγγραφείς δικηγόρους, δικαστές, νομικούς συμβούλους, συμβολαιογράφους. Μπορεί να κλείνουν πολιτικές εφημερίδες και περιοδικά lifestyle, συνεχώς όμως ανοίγουν νέα περιοδικά νομικής ενημέρωσης και επιστημονικής τεκμηρίωσης, τα οποία πωλούνται πανάκριβα και με συνδρομές σε φυσική ή σε ηλεκτρονική μορφή. Συνεχώς δημιουργούνται νέες ψηφιακές εφαρμογές με εργαλεία για νομικούς επιστήμονες. Ένα από τα υπερκερδέστερα επαγγέλματα της εποχής μας είναι αυτό του δικαστικού επιμελητή: του ανθρώπου που επιδίδει εξώδικα και δικόγραφα, χρεώνοντας την υπηρεσία της παράδοσης στους παραλήπτες και συντάσσοντας επίσημες εκθέσεις για την πράξη της παράδοσης. Το πιο κακοπληρωμένο νομικό επάγγελμα της εποχής μας είναι αυτό του… πανεπιστημιακού διδασκάλου: οι καθηγητές των νομικών σχολών αμείβονται με ψίχουλα, αφού έχουν περάσει από ατέλειωτες βασανιστικές δοκιμασίες μέχρι τον πολυπόθητο διορισμό. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχει τεράστια ζήτηση. Τα νομικά επαγγέλματα παραμένουν περιζήτητα, παρά τις τιτάνιες προσπάθειες που απαιτούν από τους λειτουργούς τους για μια αξιοπρεπή επιτέλεση των καθηκόντων.
Σε αυτό το περιβάλλον, το κράτος διατηρεί το συνταγματικά αποκλειστικό προνόμιο της ίδρυσης πανεπιστημιακών σχολών και θα εξακολουθήσει να το διατηρεί για όσες δεκαετίες ακόμη δεν θα αναθεωρείται το άρθρο 16 που ορίζει αυτήν τη θεόκλειστη ακαδημαϊκή αγορά. Βέβαια, τα επαγγελματικά προσόντα όσων έχουν αντίστοιχους πανεπιστημιακούς τίτλους από αντίστοιχα ιδρύματα από το εξωτερικό έχει βρεθεί τρόπος να αναγνωρίζονται. Είναι γνωστό ότι παραρτήματα ιδιωτικών εξωχώριων πανεπιστημίων λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια και χορηγούν τίτλους που αναγνωρίζονται και οδηγούν σε εγγραφή αποφοίτων σε δικηγορικούς συλλόγους. Είναι επίσης γνωστή η διαρροή φοιτητών προς το εξωτερικό και ειδικά προς την Κύπρο για την παρακολούθηση αντίστοιχων σπουδών. Όμως, στην δικηγορική αγορά εργασίας τίποτε απολύτως δεν συγκρίνεται με την εμπειρία που αποκτά ο ασκούμενος και ο νέος δικηγόρος από την τριβή με το αντικείμενό του. Και το αντικείμενό του είναι το ελληνικό δίκαιο, το οποίο το απονέμουν τα ελληνικά δικαστήρια, με όλες τις ιδιοσυστασίες και ιδιαιτερότητες που αυτό συνεπάγεται, μολονότι το 80% είναι εισαγωγή κανόνων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πάει να λέει ό,τι θέλει η Ε.Ε., το δίκαιο θα το εφαρμόσουν οι Έλληνες δικαστές κι επομένως για να πετύχεις ως νομικός πρέπει να ξέρεις τον τρόπο με τον οποίο έχουν εκπαιδευτεί να το εφαρμόζουν. Πρέπει δηλαδή να έχεις τριφτεί στα γρανάζια των νομικών σχολών της χώρας. Αυτή είναι η αλήθεια, όσο ωμή κι αν ακούγεται.
Στην δικηγορική αγορά υπάρχει οικογενειοκρατία, υπάρχουν κλειστά πελατολόγια, υπάρχουν σκληρές σχέσεις με πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους που ορίζουν σχεδόν ασφυκτικά το πλαίσιο στο οποίο θα λειτουργήσει ένας νέος νομικός. Στην δικαστηριακή δικηγορία, όμως, τα πράγματα είναι πολύ συγκεκριμένα: όλοι κρινόμαστε καθημερινά από τον τυχαίο δικαστή που θα αντιμετωπίσουμε στην έδρα. Από αυτή την άποψη, οι δικηγόροι δίνουμε καθημερινές εξετάσεις στα δικαστήρια, τον πιο αυστηρό εγγυητή της αξιοκρατίας. Εκεί δεν μετρούν ούτε οι περγαμηνές από τρανταχτά πανεπιστήμια του εξωτερικού, ούτε τα μεταπτυχιακά, ούτε το διδακτορικό, ούτε ακόμη και η ιδιότητα του πανεπιστημιακού διδασκάλου. Εκεί μετράει η αποκλειστικά προσωπική επαγγελματική ικανότητα. Είναι ένα επάγγελμα που ξεκαθαρίζει πολύ γρήγορα ποιος θα παραμείνει στον χώρο και ποιος όχι, με τους πολύ αυστηρούς όρους της αγοράς, αν και λειτουργεί σε πλαίσια αποκλειστικώς θεσμικά και δημόσιου βίου. Στην Ελλάδα λειτουργούν τρεις νομικές σχολές: η Νομική Αθήνας, η Νομική Θεσσαλονίκης και η Νομική Κομοτηνής. Καμμία απολύτως σημασία δεν έχει για την επαγγελματική επιτυχία ενός δικηγόρου το αν είναι απόφοιτος της μιας ή της άλλης ή της τρίτης σχολής. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι τρεις νομικές παρέχουν το ίδιο ποιοτικό επίπεδο ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Σημαίνει μόνο ότι ένας δικηγόρος στην Ελλάδα θα πετύχει ή θα αποτύχει εντελώς ανεξάρτητα από την πανεπιστημιακή καταγωγή του, όταν είναι απόφοιτος μιας των τριών.
Υπάρχει όμως και ο νομικός χώρος πέραν της καθημερινής επαγγελματικής δικαστηριακής δικηγορίας. Υπάρχει η σφαίρα της επιστημονικής παραγωγής, της νομικής έρευνας, της αναζήτησης νέων δρόμων στην νομική σκέψη. Εκεί οι νομικές σχολές μας έχουν μείνει πάρα πολύ πίσω. Παρά την παραγωγή πληθώρας νομικών έργων, θεωρητικών και πρακτικών, λίγα βήματα έχουν γίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια σε επίπεδο προαγωγής της μεθοδολογίας, της καινοτομίας και της επιστημονικής πρωτοπορίας. Αυτά δεν προάγονται, βέβαια, αποκλειστικά από τα κρατικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, εκείνα όμως είναι που δίνουν την «στέγη» και πολύ συχνά και την επωνυμία σε «σχολές» νομικής σκέψης. Υπάρχει μία σημαντική στασιμότητα στην ανανέωση του επιστημονικού προσωπικού των νομικών σχολών της χώρας. Κατά την γνώμη μου, σημειώνεται κι ένας σοβαρός βαθμός πνευματικής οκνηρίας που είναι όμως ευεξήγητος, σχετιζόμενος με το βάρος των γραφειοκρατικών εξεταστικών διαδικασιών που κακοποιούν την έννοια της εκπαίδευσης οριζόντια σε όλες τις βαθμίδες της στην χώρα μας. Είναι, όμως, πραγματικά η ώρα για μια νέα νομική σχολή. Θα είναι ένα δημιουργικό σοκ που θα συμπαρασύρει τις τρεις υπάρχουσες και θα προκαλέσει εγρήγορση στα επιστημονικά ανακλαστικά όσων πραγματικά ενδιαφέρονται για την επιστήμη του δικαίου. Έχουν ακουστεί όλα τα επιχειρήματα υπέρ και κατά, μου ακούγονται όλα πάρα πολύ φτηνά και χαμηλού επιπέδου. Συντεχνιασμός ένθεν και ένθεν, λαϊκισμός από όλες τις πλευρές, ενδεδυμένος είτε με την ρητορική του αντιελιστισμού, είτε με την ρητορική του περιορισμού των δαπανών. Ουδείς έχει τολμήσει να θίξει την καρδιά του αιτήματος για ποιοτικότερη νομική επιστήμη. Καλύτερη νομική επιστήμη σημαίνει καλύτερη επίλυση των διαφορών μας. Σημαίνει, όσο απλό κι αν ακούγεται, καλύτερη συμβίωση μεταξύ μας. Δηλαδή, καλύτερη κοινωνία.

Sunday, July 21, 2019

The squish of complacency

Sermon for the fifth Sunday after Trinity

How does that story go? In the red corner standing at nine feet tall, dressed in his best armour, is Goliath, In the blue corner standing at a more normal height for someone of his youth and carrying only a rod and a sling, is David. At the start of the fight, David rushes in and Goliath steps on him - squish! The End.

Why doesn’t the story go like that?


That sounds rather frivolous. We know how the story should go: little David slings a stone at Goliath and kills him. We see lots of reasons why that has to be: the triumph of humility over pride; the fidelity of David to God over the idolater Goliath; the salvation of Israel from the Philistines by God. These are all true. Yet, notice that we are now in a position in which we expect the little guy to win over the giant. How many films are about the little one overcoming the great?

Surely this gives us leave to take heart that in our smallness, we will overcome. We hear the psalmist say, “though thousands languish and fall beside thee and tens of thousands around thee perish, it shall not come nigh thee.”

Yet, the outcome of most little ones who fight against the great is that they get squished. That’s not the story we expect, is it? As Terry Pratchett points out, in our rather romantic eyes, million in one chances occur nine times out of ten.


Often, we don’t take into account that what we think is a million in one chance really is not a million in one chance. You only need 23 people in a room for the odds of two of them sharing a birthday to be more than half. If we take a longer look at David, we find that there is a greater probability that he might actually win.

David is a shepherd, this is true, but this job is not just sitting around with a tea-towel on your head watching the sheep while musing about life and waiting for the angel Gabriel to pop by occasionally. No. This is a hard job. It involves knowing the practices of sheep, how to tend them, how to chart out the lie of the land, how to rescue them and deal with their injuries. And they need to know how to defend them.

David has already killed a bear and a lion. This is not boasting or the rhetoric of war. This is what David has done and what he knows he can do. He is a good shepherd. And He is faithful to God.

He refuses armour because he is not used to armour, not because he is filled with bravado or puffed up with pride. He puts his trust in God and in the time-tested skills which God has given him and which he has put into practice. His active life as a shepherd shows his track-record.

If we look at Goliath, then we see someone who is also tried and tested in the ways of war, who has relied upon his strength and height before, who knows how to wield his spear and sword, and is no stranger to killing men. But he is also complacent and relies upon his intimidating appearance to cause fear in his opponents. All we really can see of Goliath is a big man in lots of armour. Just what is his track-record, really?

This is the difference between David and Goliath. David knows the odds and he has faith in God Who has delivered him out of the paw of the lion, and out of the paw of the bear, and Who will deliver me out of the hand of this Philistine. God has a track-record, too!


The key reason why the odds against David are much reduced are because he is not complacent and relies on God and what God has given him.

For Goliath, the greater a man is proud, the greater is his complacency. Goliath believes that his size and strength will always win and what he doesn’t think upon is who his opponent actually is. If David were to rush him with sword and spear, then there would be a squish and David would be no more because this is how Goliath fights his battles. If Goliath were to recognise a shepherd boy dressed as a shepherd, then perhaps he would realise how he would fight and wear a different helmet.

And, about a millennium later than this battle between big and small, Our Lord Jesus reminds us that we have to sit down and reckon the cost of our battles.


Complacency is one of the powers against which the Church struggles along with Apathy and Apostasy. All too often, a church falls because it believes that its size will save it, or its relationship with the state will save it, or its own gospel will save it. Goliath shows why this is not true.

If Christianity is to do battle with Evil, then it must recognise the Evil Power of Complacency. We can decrease our complacency through constant work at our prayer, at our study and at our hard work for Christ. It’s not enough to say, “I trust God!” or “I have faith!” we have to do something with what we have been given in order to engage and relate with our great God.

We are not saved by saying the Creed, or by following the liturgy, or by fasting. We are saved only by Christ Whom we can meet when we say the Creed, follow the liturgy or by fasting – He is the reason why Creed, liturgy and self-discipline exist, and it is for being united with Him that we are to resist Evil in our lives.


We say, “I believe in One God…” but how does our daily life show that we really do so, just like David’s life shows that he is a shepherd?

Will we say “I believe in One God” and then end up being squished?

Monday, July 15, 2019

A Nuptial Mass of Contradictions?

I have been quiet in my thinking lately, mainly because I have been trying to do some work on a new book which, at the moment is rather shapeless and needs a lot of work. I beg your prayers for my new venture, especially given imminent upheaval in my life.

As usual it is the CofE that draws me out of my silence because, as usual, it gives a theological voice to the contradictions inherent in society.

Consider the following propositions:

1) Two people of the same sex can get married.
2) Only a man and a woman can get married.

3) Transgenderism is possible: e.g. a man can change gender to become a woman.

4) Transgenderism is impossible: e.g. a man cannot change gender to become a woman.

(1) and (2) are mutually exclusive, are they not? As are (3) and (4).

I must also add in the extra mutually exclusive statements:

5) Sex is a term interchangeable with Gender.

6) Sex is different from gender.

Now, let us consider the question put to the General Synod of the CofE by Miss Prudence Dailey:

"Given that the Church of England’s teaching about marriage is that it is a lifelong and exclusive union between one man and one woman, if one person in a couple undergoes gender transition, has consideration been given as to whether they are still married according to the teaching of the Church of England?"

The answer was given by Mrs Christine Hardman on behalf of the Chair of the House of Bishops:

"The Pastoral Advisory Group considered this question in the context of one specific case and I cannot comment here on the personal circumstances involved or draw a general theological principle from a single instance. However, we noted two important points. When a couple marry in church they promise before God to be faithful to each other for better for worse, for richer for poorer, in sickness and in health – come what may, although we preach compassion if they find this too much to bear. Secondly, never in the history of the church has divorce been actively recommended as the way to resolve a problem. We have always prioritised fidelity, reconciliation and forgiveness, with divorce as a concession when staying together proves humanly unbearable. In the light of those two points, if a couple wish to remain married after one partner has transitioned, who are we to put them asunder?"

Thus, it seems to me that the answer is, if a man becomes a woman, his wife is now in a same-sex marriage and this is to be recognised by the CofE.

Okay, let's just scrutinise this answer against the 6 statements I listed above.

Unlike the counterparts in Wales and Scotland, the CofE does not recognise same-sex marriage. That is the official position. It must therefore hold position (2).
Holding (2) means that the CofE cannot hold both positions (3) and (5).

Yet, the CofE either does recognise transgenderism to be possible seeing that it seeks to include transgender identities or it is paying lip-service to these folk. It has transgender clergy and has been considered liturgy to recognise a change of gender. Thus, either it is sincere in its belief and holds (3) or it does not and is therefore not as inclusive as it claims.

The principle of charity means that we have to accept that the CofE is sincere in holding (3). We must conclude that the CofE does not equate sex and gender.

This means that, officially, the CofE holds to statements (2), (3) and (6). The trouble is that many Trans people would say that they really are what they are because they find the notion of sex irrelevant to who they actually are. Thus the CofE in saying that they can accept a same-sex marriage because it wasn't originally a same-sex marriage goes against Trans understanding that the man was actually a woman from birth.

Further, if we turn the clock back to the "clear decision" of 1992 in which the argument for the ordination of women was made on the basis of Galatians iii.28 in which the equivalence of men and women is demonstrated in Christ. This does suggest that male and female are interchangeable in the eyes of the CofE. Thus their holding to (2) goes against the reasons for making the "clear decision" in the first place.

Here lies inconsistency because the CofE is trying to hold incompatible positions in its quest to be "inclusive".
This is because the LGBT philosophy is in itself inconsistent. If a man can become a woman without any surgical augmentation as the Trans philosophy suggest must be possible, then that man becomes a lesbian. If the new woman keeps her genitals, then we have the problem that she will not find a partner among fellow lesbians because lesbians do not have intercourse with genitalia which were formerly male.

This means that full acceptance of the Trans philosophy might be construed as defining lesbianism out of existence.

If the CofE wants to be fully inclusive, then it has no choice but to conduct same-sex weddings.

The alternative is, of course, that she return to orthodoxy where the problem of inconsistency goes away: (2), (4) and (6) are not incompatible and are fully consonant with the Christian faith! 

However, what is most consonant with the Christian Faith is the proclamation of God's love for us and His desire for us to conform to Him for our salvation. There is always salvation for those who turn to God wholeheartedly.

Η airbnb συμβιβάζεται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες

Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις ήρθαν για να μείνουν, όπως εξάλλου και οι υπηρεσίες που προσφέρονται μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πάντοτε αντιμετώπιζε τις υπηρεσίες αυτές με την λογική της ρύθμισης για να εξισορροπηθούν αντιτιθέμενα συμφέροντα, όπως αυτά που προβλέπονται από το δίκαιο του καταναλωτή και το δίκαιο περιβάλλοντος. Τα πολυεπίπεδα ζητήματα ευρωπαϊκού δικαίου που θίγονται με την λειτουργία της airbnb αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την πασίγνωστη επιχείρηση εκμετάλλευσης της ομώνυμης πλατφόρμας. Στις 11 Ιουλίου η Κομισιόν ανακοίνωσε ότι  η πλατφόρμα έχει βελτιώσει και αποσαφηνίσει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τις προσφορές καταλυμάτων στους καταναλωτές, οι οποίες είναι πλέον σύμφωνες με τα πρότυπα που ορίζονται στο δίκαιο της Ε.Ε. για την προστασία των καταναλωτών. Αυτό αποτελεί συνέχεια του αιτήματος που διατύπωσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι αρχές προστασίας των καταναλωτών της Ε.Ε. τον Ιούλιο του 2018.

Ένα πολύ συνηθισμένο ζήτημα για τις πλατφόρμες είναι πως άλλα νομίζει ο καταναλωτής ότι έχει αγοράσει κι άλλα τελικά του προσφέρονται.  Η κ. Βιέρα Γιούροβα, επίτροπος Δικαιοσύνης, Καταναλωτών και Ισότητας των Φύλων, δήλωσε τα εξής: «Φέτος το καλοκαίρι οι Ευρωπαίοι θα βρουν στις διακοπές τους ακριβώς αυτό που είδαν όταν έκαναν κράτηση. Η σύγκριση και η κράτηση ξενοδοχείου ή καταλύματος μέσω του Διαδικτύου κατέστησε τη διαδικασία γρήγορη και εύκολη για τους καταναλωτές. Οι καταναλωτές μπορούν πλέον να είναι σίγουροι ότι η τιμή που βλέπουν στην πρώτη σελίδα θα είναι η τιμή που θα πληρώσουν στο τέλος. Είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένη γιατί η Airbnb ήταν έτοιμη να συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις εθνικές αρχές προστασίας των καταναλωτών για τη βελτίωση του τρόπου λειτουργίας της πλατφόρμας της. Περιμένω να κάνουν το ίδιο και άλλες πλατφόρμες».

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την διαδρομή που ακολούθησε η διαπραγμάτευση και τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιήθηκαν τα ανακλαστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και της επιχείρησης. Η Airbnb ανταποκρίθηκε σε όλα τα αιτήματα που υποβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις εθνικές αρχές προστασίας των καταναλωτών, με επικεφαλής την Νορβηγική Αρχή Προστασίας των Καταναλωτών, για να ευθυγραμμίσει πλήρως τις πρακτικές και τους όρους της με τους κανόνες της Ε.Ε. για την προστασία των καταναλωτών.

Κεντρική βελτίωση είναι ότι στην  αναζήτηση καταλύματος με επιλεγμένες ημερομηνίες οι χρήστες βλέπουν τη συνολική τιμή στη σελίδα αποτελεσμάτων, συμπεριλαμβανομένων όλων των εφαρμοστέων υποχρεωτικών επιβαρύνσεων και τελών (όπως χρεώσεις για υπηρεσίες και καθορισμό και τοπικοί φόροι). Δεν υπάρχουν πλέον υποχρεωτικά τέλη έκπληξη που να εμφανίζονται στις επόμενες σελίδες· Έπειτα, η πλατφόρμα κάνει διάκριση μεταξύ προσφοράς καταλύματος που διατίθεται στην αγορά από ιδιώτη και καταλύματος που διατίθεται στην αγορά από επαγγελματία. Τέλος, η Airbib παρέχει στον δικτυακό της τόπο εύκολα προσβάσιμο σύνδεσμο προς την πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών καθώς και όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την επίλυση διαφορών. Πέρα από αυτά, η πλατφόρμα αναθεώρησε και όρους παροχής των υπηρεσιών της στους οποίους. Σύμφωνα με την αναθεώρηση, οι χρήστες μπορούν να προσφύγουν κατά της εταιρίας στα δικαστήρια της χώρας κατοικίας τους, έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του παρόχου καταλύματος σε περίπτωση σωματικής βλάβης ή άλλων ζημιών και δεσμεύεται να μη μεταβάλει μονομερώς τους όρους και τις προϋποθέσεις χωρίς προηγούμενη ενημέρωση.
Αναμένουμε να δούμε βέβαια κατά πόσον αυτά θα τηρηθούν στην πράξη. Ως ένα πρώτο συμπέρασμα όμως αξίζει να καταγραφεί ότι η αντιμετώπιση μιας τόσο σοβαρής πρόκλησης που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης από το υπουργείο εμπορίου ενός κράτους. Το δίκτυο των ευρωπαϊκων αρχών καταναλωτή που ξεκίνησε την κοινή δράση τον Ιούλιο του 2018 ενεργοποίησε τα ευρωπαϊκά όργανα με επιτυχία, δυνάμει του Κανονισμού της Ε.Ε. για την συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών που επιβάλλει την σύνδεση των εθνικών αρχών  σε ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο επιβολής της νομοθεσίας. Σ’ αυτή τη βάση, η εθνική αρχή μίας χώρας της ΕΕ μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή άλλων αρχών σε άλλη χώρα της Ε.Ε., προκειμένου να σταματήσει μια διασυνοριακή παραβίαση του δικαίου της Ε.Ε. για τους καταναλωτές. Η συνεργασία μπορεί να ενεργοποιηθεί για την επιβολή διαφόρων μέτρων της ενωσιακής νομοθεσίας για τους καταναλωτές, όπως π.χ. η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, η οδηγία για τα δικαιώματα των καταναλωτών ή για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΞΙΑ στις 14.7.2019

Sunday, July 14, 2019

Forgetting how to remember

Sermon for the fourth Sunday after Trinity

If you access some online videos, you might find some wonderful footage of the Anglo-Catholic Congress of 1933 and see processions of priests and bishops all correctly attired and all observing the correct protocol. You might find footage of some of the coronations and funerals of old Popes. You might see crackly old footage of an aged and frail Pope Leo XIII giving benediction in his garden in the Nineteenth Century.

And perhaps you say to yourself, “how wonderful! Things were so much better then.”


It’s a common feeling. Even St Benedict harks back to the old days when the Church Fathers used to say the whole psalter in a day when his monks could only manage the whole psalter in a week. What does he make of those using the Book of Common Prayer and only manage the whole psalter in a month.

We do tend to look back for the glory days.

But we do know that “glory days” don’t really exist, don’t we?


We know the dangers of wearing rose-tinted spectacles and seeing all things old as automatically being better than today. If this were true, then we should regard the process of bleeding a sick person with leeches as being more beneficial than the appropriate medical treatment today. And not only that, we have to ask ourselves whose “glory days” do we want? The British Empire? Fine, but we do have to remember that it was the desire to preserve the rule of the British Empire that eventually gave rise to the first concentration camps in South Africa. Our “glory days” can also be the days of our greatest depravity.

What do we really gain by looking back to those things that give us a whiff of nostalgia?


We have a notion of things being done properly, and we see that in the solemn faces of priests holding open the copes of equally solemn bishops with mighty mitres. We know they are taking things seriously. We know that they seek to make every liturgical action count. However, we must also remember that birettas and copes, altar frontals, solemn bows and double genuflections have not always existed. Much of our Mass has evolved beyond the sacramental essence. Liturgical actions do change. The Book of Common Prayer has changed too from its origins in 1549 through to 1928 and before its, frankly, unacceptable revisions of 1979 in the US and the Alternative Service Book of 1980 in the United Kingdom.

Why did these revisions suddenly become “unacceptable”? If everything that we do in church has evolved, then why should we object to further evolution?


Let us listen once more to Job. He sits in his poverty and remembers what has gone before. He remembers his riches, his finery and what he enjoyed before it all collapsed. Yet, he also remembers what he once did.

“When I went out to the gate through the city, when I prepared my seat in the street! The young men saw me, and hid themselves: and the aged arose, and stood up. The princes refrained talking, and laid their hand on their mouth. The nobles held their peace, and their tongue cleaved to the roof of their mouth. When the ear heard me, then it blessed me; and when the eye saw me, it gave witness to me: Because I delivered the poor that cried, and the fatherless, and him that had none to help him. The blessing of him that was ready to perish came upon me: and I caused the widow's heart to sing for joy. I put on righteousness, and it clothed me: my judgment was as a robe and a diadem. I was eyes to the blind, and feet was I to the lame. I was a father to the poor: and the cause which I knew not I searched out. And I brake the jaws of the wicked, and plucked the spoil out of his teeth.”

For Job, all his glory days are rooted in the practice of his religion. He remembers God, and we see that things haven’t changed. God requires us still to look after the needy. Herein lies the key to whether we accept a revision or not.


We Christians do not wear rose tinted spectacles. We carry our old days with us, they become part of who we are and we keep remembering that. We remember God’s Eternity and that He is the say yesterday, today and forever. The Mass is also a memorial: we do this in remembrance of Our Lord Jesus Christ.

But our remembering is more than just a warm glow of nostalgia. Our remembering brings what once was into our today and, if we keep it up, into tomorrow as well. Our remembrance of Christ is part of our covenant with God for in the act of doing the Mass in remembrance of Christ our memory becomes real: we taste and see the real Christ and receive Him into our bodies.

This is how we are to live with our history as an active part of us.


The modern revisions of the prayer books throw out important parts of the past and destroy the uniformity of our doctrine. This attitude revision occurs under the belief that modern thinking is always better than the thinking of the past. It does not account for the fact that the Early Christians knew Jesus better than we do. The Apostles had Jesus in living memory as did many of the Early Fathers such as St Polycarp, St Clement and St Ignatius. The moment we look on their thinking as old hat and of less worth than our thinking under two-thousand years, then we lose the past: it ceases to be part of us.

While times change, the doctrine of God does not and our liturgies evolve to reflect this in times that do change. When we see the footage of the Anglo-Catholic Congress of 1933, we need to ask ourselves what we admire in the faith of these long-passed clergy. And then we need to live it out, not only in their spirit but also their Faith because their Faith is our Faith! If it isn’t then something has gone wrong.


Traditional Christianity is in a state not unlike that of Job. We have lost so much at the ravaging of Time, Fashion and the Devil himself. In our smallness, and in our trying to understand what to do in the face of much opposition. Job looks back and see what he was doing before the calamity struck him and he see what he will do again when his life is restored.

We, too, in our smallness, must accept that smallness and seek the purity of Faith in our own selves, living out that which we receive of God in our past.

Ours is not just a faith of our father, but of our sons and daughters too. We need them to admire in our faith what we admire in those who peer out from archive footage, yet have long passed to the glory of God. Let us pray that we do the same!

Tuesday, July 9, 2019

Δεν υπάρχει "ψηφιακός ανένδοτος", χωρίς Information Commissioner

Ένα από τα μεγάλα κενά που άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση είναι ότι δεν νομοθέτησε τελικά τις διατάξεις εκείνες για την προστασία προσωπικών δεδομένων που θα υποδεχθούν και την εφαρμογή του GDPR στην Ελλάδα, χωρίς ερωτηματικά για το ποιο καθεστώς ισχύει. το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ακόμη και σήμερα, παρά την πλούσια νομολογία για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και τα "ανοιχτά δεδομένα", δεν υπάρχει μια ανεξάρτητη αρχή, η οποία να διασφαλίζει την πρόσβαση ή να εγγυάται το απόρρητο των στοιχείων, πέρα βέβαια από το θέμα των προσωπικών δεδομένων.

Έχουμε μια δυσκίνητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, πολυπρόσωπη και βραδείας καύσεως, η οποία ανατρέχει στο μοντέλο της γαλλικής ανεξάρτητης αρχής του 1978. Οι πιο σύγχρονες όμως τάσεις στην Ευρώπη, ιδίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες είναι η συγχώνευση της αρμοδιότητας για την προστασία πληροφοριών, μαζί με την αρμοδιότητα για την διασφάλιση της πρόσβασης στις δημόσιες πληροφορίες, όχι από μία επιτροπή, αλλά από ένα μονοπρόσωπο όργανο που διαθέτει φυσικά και την αντίστοιχη επιστημονική και διοικητική υποστήριξη.

Ο Information Commissioner, όπως είναι γνωστος ο θεσμός στην Βρετανία είναι ταυτόχρονα και Αρχή Προστασίας Δεδομένων, αλλά και Αρχή Διασφάλισης Πρόσβασης σε Ανοιχτά Δεδομένα! Στην Κύπρο έχει υιοθετηθεί πλήρως αυτό το σύστημα, με την Επίτροπο Προετασίας Δεδομένων, η οποία έχει αρμοδιότητα και για την πρόσβαση. Αυτό λείπει από το δικό μας διοικητικό σύστημα, καθώς θεωρείται ότι υποκαθίσταται από την αρμοδιότητα του Εισαγγελέα να εκδίδει "εισαγγελικές παραγγελίες": αν μια δημόσια ή κοινωφελής υπηρεσία δεν δίνει έγγραφα, ο πολίτης πηγαίνει στον εισαγγελέα υπηρεσίας και αυτός εκδίδει (ή δεν εκδίδει!) μια παραγγελία ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα πρόσβασης του πολίτη στα δημόσια δεδομένα. Είναι όμως μια ξεπερασμένη λύση που έχει επικριθεί έντονα από την νομική επιστήμη και επίσης δεν αφορά το σύνολο του δημόσιου τομέα, αλλά αφήνει απέξω κι ένα μεγάλο μέρος του ιδιωτικού τομέα, για το οποίο είναι πρακτικά αδύνατον να αποκτήσει κανείς πρόσβαση σε στοιχεία, ακόμη κι αν αυτά παρουσιάζουν χαρακτηριστικά δημοσίου ενδιαφέροντος!

Μια κεντρική μεταρρύθμιση λοιπόν για την ψηφιακή διάχυση των ανοιχτών δεδομένων, σε ταυτόχρονη τήρηση των διατάξεων για την προστασία προσωπικών δεδομένων είναι η κατάργηση της σήμερα υπάρχουσας Αρχής Προστασίας Δεδομένων και η αντικατάστασή της από το μονοπρόσωπο όργανο που θα έχει αρμοδιότητα και για την διασφάλιση της πρόσβασης.

Αποκατάσταση καλής φήμης στο Διαδίκτυο με διαγραφή δεδομένων

Με τις «μηχανές αναζήτησης», μια ψευδής ή έστω δυσμενής πληροφορία που μπορεί να είναι και αναρτημένη σε μια ψευδώνυμη ιστοσελίδα γίνεται προσβάσιμη από τους πάντες. Από την στιγμή που το ονοματεπώνυμο μπορεί να αποτελέσει λέξη αναζήτησης πληροφοριών, τα αποτελέσματα αυτής της αναζήτησης μπορεί να είναι απρόβλεπτα και εντελώς δυσάρεστα. Να μία από τις σημαντικές καινοτομίες που φέρνει η νέα νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Τώρα πλέον οι θιγόμενοι μπορούν να αξιώσουν την εφαρμογή του νέου δικαιώματος διαγραφής δεδομένων, το οποίο αναφέρεται με τον ποιητικό όρο «δικαίωμα στη λήθη», στο άρθρο 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. 
Όταν λοιπόν μια αναζήτηση με κριτήριο το όνομα του ατόμου οδηγεί σε δυσμενή δεδομένα, το πρώτο βήμα που μπορεί να γίνει είναι να υποβληθεί ένα αίτημα στην ίδια την πλατφόρμα ή ιστοσελίδα που υποστηρίζει το προσβλητικό κείμενο. Εάν πρόκειται για κάποιο ιστολόγιο που υποστηρίζουν γνωστές εταιρίες πληροφορικής, τότε το αίτημα υποβάλλεται στην εταιρία, η οποία καλείται να σταθμίσει τα δικαιώματα ενημέρωσης του κοινού και τα δικαιώματα προστασίας της προσωπικότητας του ατόμου. Η στάθμιση αυτή δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα 16 κριτήρια που έχουν τεθεί από το έτος 2014 από την Ομάδα Εργασίας για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων που αποτελείτο (διότι πλέον έχει αντικατασταθεί από άλλο ευρωπαϊκό όργανο) από εκπροσώπους των αρχών προστασίας προσωπικών δεδομένων, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Τα εν λόγω 16 κριτήρια (όπως αν πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο, αν αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, αν πρόκειται για ανήλικο κ.τ.λ.). εφαρμόζει και η Ελληνική Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
Πριν από δέκα χρόνια είχα υποστηρίξει το δικαίωμα στην λήθη, με την λογική ότι εφόσον υπάρχει δικαστική απόφαση με την οποία ένα κείμενο έχει κριθεί ότι είναι συκοφαντικό δεν είναι υποχρεωμένος ο παθών να πάει στα δικαστήρια εναντίον κάθε διαχειριστή ιστοσελίδας που παρανομεί. Αρκεί να ζητήσει να γίνει σεβαστό το υπάρχον δεδικασμένο. Τότε είχα λοιδωρηθεί από ένα μέρος του Διαδικτύου, αλλά στη συνέχεια ο Ευρωπαίος νομοθέτης ακολούθησε κι αυτός την ίδια ακριβώς λογική στη θεσμοθέτηση του δικαιώματος στη λήθη. Πριν και από τον νομοθέτη όμως, είχε παρεμβληθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την γνωστή υπόθεση Google Spain που επέβαλε την διαγραφή αποτελεσμάτων από μηχανή αναζήτησης, κρίνοντας ότι η διαδικασία αναζήτησης με κριτήριο το όνομα αποτελεί μορφή επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Αυτό πλέον υπάρχει στον ίδιο τον νομοθετικό ορισμό της επεξεργασίας, στο άρθρο 4 του GDPR.
Εάν λοιπόν η ιστοσελίδα δεν συμμορφωθεί και δεν διαγράψει τα στοιχεία από το Διαδίκτυο, τότε το άτομο μπορεί να απευθυνθεί στην εταιρία που εκμεταλλεύεται την «μηχανή αναζήτησης». Η Google π.χ. έχει αναπτύξει μια ολόκληρη διαδικασία υποδοχής τέτοιων παραπόνων με βάση το δικαίωμα στην λήθη και αν κρίνει ότι πρέπει να αφαιρέσει από τα αποτελέσματα την αναζήτηση με κριτήριο το όνομα, προχωρά στη διαγραφή. Τι γίνεται όμως εάν η Google διαφωνήσει;
Τα τελευταία χρόνια η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει αναγνωρίσει ότι διαθέτει αρμοδιότητα να επιβάλλει στην αμερικάνικη Google την διαγραφή προσωπικών δεδομένων από τα αποτελέσματα της μηχανής αναζήτησής της. Πολύ πρόσφατα, η Αρχή επέβαλε στην Google να μην εμφανίζονται ως αποτελέσματα το Φ.Ε.Κ. στο οποίο είχαν τυπωθεί επίσημα στοιχεία για ποινική υπόθεση μιας καταγγέλλουσας. Το γεγονός ότι η νομοθεσία επιβάλλει κάποιες πληροφορίες να τυπώνονται στο Φ.Ε.Κ. δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται, άνευ ετέρου, η διαδικτυακή πρόσβαση καθενός με κριτήριο αναζήτησης το ονοματεπώνυμο ενός απλού πολίτη. Έτσι, η Aρχή διέταξε την Google να διαγράψει το εν λόγω αποτέλεσμα για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων. Υπάρχει βέβαια και η δικαστική οδός, σε περίπτωση που η κάθε πολυεθνική εταιρία που εκμεταλλεύεται αρνείται να συμμορφωθεί με τα προαναφερόμενα βήματα. Σε μια τέτοια υπόθεση, ένα πρωτοβάθμιο Ελληνικό δικαστήριο επέβαλε χρηματική ικανοποίηση 100.000 ευρώ σε εταιρία εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης, για την καθυστέρηση της άμεσης απόσυρσης ενός συκοφαντικού κειμένου. Από τότε, η ανταπόκριση των εταιριών σε αντίστοιχα αιτήματα έχει γίνει αμεσότερη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημεριδα ΑΞΙΑ.

Sunday, July 7, 2019

Tilling the grounds of the argument

 Sermon for the third Sunday after Trinity

We seem to be falling out a lot, lately.

Whether about politics, or religion, or our life-choices, there are a lot of arguments raging and, quite frankly, they are tearing our communities apart.

More and more, we talk past each other, trotting out well-rehearsed arguments and phrases but without ever looking for the real issue.

And Job is the same.


We see Job sitting in his misery. His three friends, Eliphaz, Bildad, and Zophar, have now argued with him ten times and he has argued back. His friends say that Job has sinned in order to suffer so: Job says that he has not sinned. Job is beginning to wonder why his friends are not on his side.

The reason is that both Job and his friends have very fixed ideas. The friends think that because God is just, He runs the world with perfect justice and therefore Job has sinned. Job also believes that he has not sinned so there must be a problem with the way that God is running the world. He nearly even goes so far as to say that God is unjust.

And can we blame him?


As Christians, we have a very clear doctrine and you can hear that doctrine every Sunday in the words of the Creed and in the commandments that Our Lord Jesus gives us. We can strengthen our understanding by keeping the fellowship of the Church. And yet, somehow, we Christians disagree fundamentally. Job and his friends argue over one question: has Job sinned?

This is the same question that we Christians face today, “by performing that action, is that person sinning?” And we disagree so much and so violently that Christianity has fractured. In many cases, this is reasonable. Many Christians today are saying that they have not sinned by trying to change the meaning of Holy Scripture in order to magic away the whole idea.

So what do we do? How do we live with people who either think that we are sinners or whom we believe to be sinners?


As we stand watching Job, Eliphaz, Bildad and Zophar arguing heatedly, as we stand watching Job scratch his sores with a potsherd and cry bitter tears, and complain and howl at God, we have to ask ourselves, just where is God here? How are these men bringing God into the situation?

If we look closely, then we see that the friends don’t actually bring God into the situation but rather bring their understanding of His justice. If we look closely, then we see that Job doesn’t actually invite God into the situation but rather accuses him of destroying him. It’s all very human centred – all human reason and human emotion. Where’s the invitation for God to get involved?


We have a lot of hurts to bear in our lives, and our society is damaged because people cannot rise above their differences. We have a lot of hurt to bear from the way that people, even people that we love, even the Church have acted. Christians may have to walk apart in order to be true to the revelation that they believe they have received. However, the crucial thing is that our divisions must not allow us to sit proudly over our relationships with others. If we do truly hold the Christian Faith, then we know full well that our own sins separate us from God just as much as anyone else’s and that means that we cannot look down on those who sin. We cannot throw the first stone any more than they can.

No. We should not tolerate any sin whatsoever but we need to be right with God in order to see it. Accusations of sin are not a theoretical exercise of applying the Law – God’s justice is NOT like human justice. Before we consider our response to an argument, we need to listen for God’s word in what has been said. If we want God’s word to grow, then we have to till the ground and the ground in which we want God’s word to grow here is the situation between Job and his friends.

If we listen to Job’s friends and listen out for God, then what do we hear? We hear facts about God Himself, that He is just and that He does run the universe in that perfect justice. We know this because we pray it every day.

If we listen to Job, then we hear the cry of one in misery, struggling to understand what’s going on, struggling to know why a good God has it in for him. And then we hear another familiar cry.

“Eli, Eli, lama sabachthani”

“My God, My God, why hast Thou forsaken me?”


God Himself will make a response to Job and to his friends in His time. Until then, the division and the estrangement must remain.

We Christians, with all our divisions and disagreements, must also wait for God to make His response to us. Until that happens, we must till the ground within us, ridding ourselves of all pride and indignation along with all our other sins, so that we may be in a better position to hear the word of God speak in the mouths of those with whom we profoundly disagree.

Monday, July 1, 2019

Μικρές επιχειρήσεις και συμμόρφωση με GDPR

Στις 25.5.2019 συμπληρώθηκε το πρώτο έτος εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων της Ε.Ε. (GDPR), με τις διατάξεις του oποίου πρέπει να συμμορφωθεί το σύνολο του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ακολούθησε ένα μεγάλο κύμα «συμμόρφωσης» από πολυεθνικές και σημαντικές επιχειρήσεις που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα των πελατών τους. Η διαδικασία της συμμόρφωσης έχει ιδιαίτερα επιστημονικά, νομικά χαρακτηριστικά με αποτέλεσμα να πρωταγωνιστήσουν ως σύμβουλοι συμμόρφωσης οι μεγάλες δικηγορικές εταιρίες και οι πολυεθνικές συμβουλευτικές εταιρίες. Αυτό το πρώτο κύμα αφορούσε όμως τους πολύ μεγάλους «παίκτες» της αγοράς που έσπευσαν να συμμορφωθούν επειδή έπρεπε να θωρακίσουν τις επιχειρήσεις τους από τα πολύ μεγάλα πρόστιμα που προβλέπει ο GDPR για τους παραβάτες των διατάξεων για την προστασία προσωπικών δεδομένων.
Δεύτερος και καταϊδρωμένος ήρθε ο δημόσιος τομέας και κυρίως ο χώρος της τοπικής αυτοδιοίκησης που επίσης τηρεί μεγάλα αρχεία προσωπικών δεδομένων (ληξιαρχεία, δημοτολόγια, μητρώα αρρένων, κ.τ.λ.) τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν τις νέες διατάξεις. Η ανάγκη της ανάδειξης του νέου προσώπου που εισάγει ο GDPR, του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων σε κάθε δημόσιο φορέα αποτέλεσε αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος και πολλοί φορείς έσπευσαν να προσλάβουν ή, συνηθέστερα, να ορίσουν από το υπάρχον προσωπικό έναν ΥΠΔ ή DPO (Data Protection Officer), όπως έχουν υποχρέωση να πράξουν κατά το άρθρο 37 του GPDR.
Υπάρχει όμως ένας πολύ μεγάλος χώρος της αγοράς που παρέμεινε αρρύθμιστος και ασυμμόρφωτος. Οι μικρές και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις που επίσης επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, έχουν κι αυτές νέες υποχρεώσεις σύμφωνα με τον GDPR. Μπορεί να μη βρίσκονται στο άμεσο στόχαστρο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και μπορεί να μην κινδυνεύουν από πρόστιμα εκατομμυρίων ευρώ, ωστόσο πολύ πιο σοβαρός είναι ο κίνδυνος που διατρέχουν από τυχόν παραβάσεις που μπορεί να καταγγείλουν οι ανταγωνιστές τους ή και δυσαρεστημένοι πελάτες ή εν δυνάμει πελάτες. 
Η μικρή, η πολύ μικρή επιχείρηση οικογενειακού τύπου ή το γραφείο του ελεύθερου επαγγελματία, πρέπει κι αυτό να τηρήσει ορισμένες από τις διατάξεις του GDPR. Αρχικά για αυτονόητους λόγους νομιμότητας και σίγουρα για λόγους σεβασμού των πελατών και συνεργατών του. Το πρώτο στάδιο μιας τέτοιας συμμόρφωσης είναι η ενημέρωση όλων των πελατών – συνεργατών – προμηθευτών που είναι φυσικά πρόσωπα, σχετικά με τη φύση των δεδομένων που τηρούνται στο αρχείο της επιχείρησης. Αυτό επιβάλλεται από το άρθρο 13 του GDPR ως υποχρέωση ενημέρωσης και έχει εξειδικευτεί μέσα από κατευθυντήριες οδηγίες της Ε.Ε. Έπειτα, η επιχείρηση πρέπει να καταρτίσει το «αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασίας», ένα έγγραφο το οποίο οφείλει να τηρεί είτε σε φυσική είτε σε ηλεκτρονική μορφή ανά πάσα στιγμή, ώστε αν ζητηθεί να μπορεί να τεκμηριώνει ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του άρθρου 30 του GDPR. Σε κάποιες περιπτώσεις, η επιχείρηση θα χρειαστεί να λάβει την συγκατάθεση των υποκειμένων ότι κατέχει νόμιμα τα προσωπικά τους δεδομένα και αυτή είναι μια διαδικασία που θα πρέπει να τηρεί το άρθρο 7 του GDPR. Σε περίπτωση που στέλνει «έξω» προσωπικά δεδομένα για να τα επεξεργαστούν τρίτοι, η επιχείρηση πρέπει να έχει ρυθμίσει την σχέση της με αυτούς τους τρίτους, ανάλογα με την ευθύνη που έχουν αναλάβει, κατά τα άρθρα 24-28 του GDPR. 
Αυτές είναι πολύ συνοπτικά οι νέες διαδικασίες που πρέπει, κατ’ ελάχιστον, να έχουν ακολουθήσει ήδη από πέρυσι οι επιχειρήσεις που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, όσο μικρές κι αν είναι από πλευράς αριθμού προσωπικού, ανθρώπινου δυναμικού ή πελατολογίου. Είναι αντιληπτό ότι οι πολύ μεγάλες συμβουλευτικές εταιρίες δεν θα ασχοληθούν με τη συμμόρφωση των συνοικιακών επιχειρήσεων και των μικρών γραφείων. Γραφεία ταξιδίων, ξενοδοχεία, διαφημιστικές εταιρίες, λογιστικά γραφεία, ιατρεία, τεχνικά γραφεία, καταστήματα λιανικού εμπορίου, εταιρίες logistics, τοπικά μέσα ενημέρωσης, επιχειρήσεις εστίασης, μικρές βιοτεχνίες είναι ένα παζλ που συνθέτει τον παραγωγικό κορμό της οικονομίας μας, αλλά κανείς δεν φαίνεται να έχει προσφέρει υπηρεσίες συμμόρφωσης με τον GDPR. Μέχρι να γίνουν οι πρώτες καταγγελίες, οι πρώτες αγωγές και να εφαρμοστούν για πρώτη φορά οι αυστηρές διατάξεις που μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε λουκέτα, φαίνεται ότι ο επιχειρηματικός κόσμος της μικρής επιχείρησης θέλει να συμμορφωθεί, αλλά οι παρέχοντες τις σχετικές υπηρεσίες μάλλον τον αγνοούν.
Δημοσιεύθηκε στις 29.6.2019 στην εφημερίδα ΑΞΙΑ