Powered by Blogger.
getLinks(); ?>

Troops Deployed Under Posse Comitatus and The Insurrection Act? (LegalEagle’s Law Review)

Monday, June 15, 2020



The eagle feather law provides many exceptions to federal wildlife laws regarding eagles and other migratory birds to enable Native Americans to continue their traditional spiritual and cultural practices.
Under the current language of the eagle feather law, individuals of certifiable American Indian ancestry enrolled in a federally recognized tribe are legally authorized to obtain eagle feathers. Unauthorized persons found with an eagle or its parts in their possession can be fined up to $250,000.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι είναι προσωπικά δεδομένα του δικηγόρου το e-mail του σε εντολέα

Monday, March 9, 2020

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ανακοινώνουμε την έκδοση της απόφασης 186/2020 του Α'1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, ο Άρειος Πάγος δέχτηκε αίτηση αναίρεσης κατά εφετειακής απόφασης που απέρριψε έφεση επί πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης. Την αγωγή είχε υποβάλει δικηγόρος, η οποία ζήτησε δικαστικη προστασία, διότι ο εντολέας της χρησιμοποίησε σε άσχετη δίκη μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο εκείνη του είχε γνωστοποιήσει την δικηγορική αμοιβή της, τον τραπεζικό λογαριασμό της, στοιχεία για τον δικηγορικό χειρισμό υπόθεσης ενώπιον του ΣτΕ και άλλα δεδομένα της.
Το Εφετείο Αθηνών, αναπαράγοντας την γνωστή και παντελώς εσφαλμένη αιτιολογία που, δυστυχώς, εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια επαναλαμβανόμενη σε δικαστικές αποφάσεις, είχε κρίνει ότι "δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν.2472/1997 [...] η αγωγή ορθά απερρίφθη με την εκκαλουμένη ως νόμω αβάσιμη καθόσον η κρίσιμη επιστολή, η οποία δεν αναφέρεται ότι αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με παράνομο τρόπο, δεν αποτελεί διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτως ώστε να εμπίπτει στην έννοια του αρχείου, όπως προβλέπεται στο ν. 2472/1997, ούτε η προσκόμισή της ενώπιον του δικαστηρίου συνιστά άνευ ετέρου παράνομη πράξη ήτοι παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η ενάγουσα, προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωσή της στην παράβαση του ν.2472/1997. Ο δε ισχυρισμός της ότι αρχείο νοείται κατά βάση το έγγραφο υπό διάφορες μορφές του, με την έννοια ότι η έγγραφη πληροφορία είναι αυτή που μπορεί να αποτελεί αφ' εαυτής αντικείμενο επεξεργασίας, δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο και αντιβαίνει το σκοπό αυτού". 
Εκπροσωπήσαμε την συνάδελφο ενώπιον του Αρείου Πάγου με αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντας δύο λόγους: την εσφαλμένη ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του Ν.2472/1997 (και κατ' επέκταση και του ΓΚΠΔ), καθώς και την εσφαμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα που απαγορεύει την χρήση άσχετων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενόψει του σκοπού της επεξεργασίας. 
Ο Άρειος Πάγος έκρινε δεκτούς και τους δύο λόγους αναίρεσης. Συγκεκριμένα, αναφέρει στην απόφασή του:
"Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν.2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2,3 παρ. 1, 4 παε 1 στοιχ. α' και β', 5 παρ. 1, 11 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου και εκείνες των άρθρων 57,59.299 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, αν και αυτές έπρεπε να εφαρμοστούν στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συγκροτείται το πραγματικό των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις αυτές. Τούτο δε διότι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση για την στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αστικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο ο τελευταίος απέκτησε το συγκεκριμένο έγγραφο (επιστολή), το οποίο αποτελούσε μέρος (περιεχόμενο) αρχείου κατά την έννοια του ν.2472/1997. ως περιλαμβανόμενο σε διαρθρωμένο σύνολο δεδομε΄νων, που είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το έγγραφο αυτό απεστάλη από την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) υπό τη μορφή συνημμένου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας *** και ως εκ τούτου παρέμεινε στα ψηφιακά δεδομένα της εν λόγω εταιρείας, με αποτέλεσμα να είναι ευχερής η πρόσβαση στα δεδομένα αυτά των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με συγκεκριμένα κριτήρια, όπως είναι η ημερομηνία αποστολής, ο αποστολέας, το θέμα, κλπ. Επίσης, κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα περίπτωση δεν είναι το εάν ο αναιρεσίβλητος έλαβε νομίμως ή όχι γνώση των περιλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό προσωπικών δεδομένων της αναιρεσείουσας, αλλά το ότι, αν και το εν λόγω έγγραφο περιήλθε σ' αυτόν, στη συνέχεια προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία αυτού με την προσκόμισή του ως αποδεικτικού εγγράφου στο προαναφερόμενο Δικαστήριο και ως εκ τούτου με χρήση των καταγεγραμμένων σ' αυτό πληροφοριών, που αφορούσαν, εκτός των άλλων, το ποσό της αμοιβής της αναιρεσείουσας, τον αριθμό του τραπεζικού της λογαριασμού και όλα τα στοιχεία θυέσης της (ακριβής διεύθυνση / τηλέφωνο / ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Επιπλέον, κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω είναι το εάν η ως άνω περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου έγινε νόμιμα, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως άλλωστε αναφέρεται στην αγωγή, η επίδικη επιστολή εστάλη στην εντολέα της αναιρεσείουσας *** για την εκκαθάριση των λογαριασμών της δικηγορικής της αμοιβής και την καταβολή του υπολοίπου αυτής στον προσωπικό της λογαριασμό και με το σκοπό η τελευταία να τηρήσει αυτήν στο αρχείο της για την επίλυση της μεταξύ τους διένεξης. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το εάν ο αναιρεσίβλητος, αφού έλαβε την επιστολή αυτή με τα προσωπικά δεδομένα της αναιρεσείουσας, τα υπέβαλε σε περαιτέρω επεξεργασία και τα χρησιμοποίησε εναντίον του εντολέα της *** χωρίς να εξυπηρετεί συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό και χωρίς τα κρίσιμα προσωπικά δεδομένα να είναι συναφή με τους σκοπούς της επεξεργασίας εκ μέρους του, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έγινε για την πρόκληση εντυπώσεων και την παραπλάνηση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου κατά παράβαση των ως άνω καθιερούμενων με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του νόμου αυτού αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας". 
Με αυτό το σκεπτικό,το Ανώτατο Δικαστήριο δικαιώνοντας την δικηγόρο τελικά (παρά τις απορριπτικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου στα οποία δεν την εκπροσώπησε το γραφείο μας), αναίρεσε την εφετειακή απόφαση, ανέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση από το Εφετείο, διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και καταδίκασε τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία όρισε στις 3.000 ευρώ.

The Truth Naked

Sunday, March 8, 2020

Sermon for the second Sunday in Lent

There is a sculpture of the Crucifixion by Michelangelo which is quite unusual. It displays his usual skill and mastery over the stone from which he carves it. The figure of Our Lord is beautifully life-like and displays the great misery of one crucified. What is unusual is that Our Lord is naked – completely and utterly naked. Nothing is left to the imagination.

Does that trouble you? The crucifix that you’re most familiar with probably shows Our Lord clothed only in a loincloth. This is inaccurate. The fact is that people are crucified naked.

[PAUSE]

Nudity is something that Christians have struggled with for a long time. Some have revered the naked body, others have reviled it.  Pope Pius IX famously has the statues of naked men and women covered up in part of the nineteenth century reaction against nudity. St Francis strips naked before the bishop to show his contempt for worldly possessions. So why is it shameful? Why do people get hot under the collar about it?

God created us naked. Naked we come out of the womb. The first Christians are baptised naked. And yet, the moment someone comes on the television showing a little more flesh than usual, there’s an uproar. Some television programmes exist to display nudity precisely to scandalise “polite society”.

Perhaps one reason is because in our day and age, people equate nudity with sex. People deliberately change their bodies so that they will become more attractive when naked. They cover themselves in tattoos, have hair removed, even go in for plastic surgery so that they will look better with no clothes on. Some people develop dreadful eating disorders because they believe that their body is grotesquely ugly and they so desperately want to be beautiful, forgetting that they already are beautiful.

[PAUSE]

When Adam and Eve sin, they realise that they are naked. The truth of their sin is apparent to everyone like a bad tattoo. And so, in shame, they cover themselves because they know that God will see the Evil that they have done. Now that they know that what Good and Evil are, they know that God hates Evil and that they have to cover up this blemish. We see the young man, probably St Mark himself, stripped of his clothes as he runs away from those arresting Jesus. His nudity exposes his shame. And this shame taints us all.

We find ourselves in bodies that age, wither and fall to bits. Our beauty fades, even for those who try and change their bodies in order to remain beautiful according to the standards of a sinful world. The aging of our bodies is testament to our sinfulness because the wages of sin is death. Our society hates the sight of old people because it reminds them of this. Look at the efforts we go to to stay young! And yet, the aged body is no less beautiful to God than the young body. He created both.

St Paul reminds us of the great promise of God.

“For we know that if our earthly house of this tabernacle were dissolved, we have a building of God, an house not made with hands, eternal in the heavens. For in this we groan, earnestly desiring to be clothed upon with our house which is from heaven: If so be that being clothed we shall not be found naked. For we that are in this tabernacle do groan, being burdened: not for that we would be unclothed, but clothed upon, that mortality might be swallowed up of life.”

When we rise again from the dead, we will still have our body. You would not be you without your body, just as your dead body would not be you. But God will give us immortality to put on like a garment. Death will not reign in our bodies and our nakedness will not be shameful because we will be without the sin that separates us from God.

So why wear clothes now? Why can’t we be naked now?

[PAUSE]

St Paul reminds us that we are always to behave respectably. When he writes his letters, the only women with uncovered hair were the prostitutes. So, Christian women should be modest in order to demonstrate a willingness to engage with secular society but not succumb to its excesses. The same is no less true for men. We often forget the terrible part that men play in degrading the bodies of women and their own by encouraging them to dress provocatively. By remaining decently clothed, we show our community that we will not give ourselves over to its disrespect of the naked body.

To God we will always be naked, but then we should want to be naked before God. When we stop hiding ourselves from Him, when we reveal the sins we have committed, the dark thoughts we have imagined and the wicked motives we have harboured, then He will do something about them and make us beautiful again in our own eyes. We will be glorious because our sinful bodies will be like His glorious body. Confession allows us to see our own beauty again.

[PAUSE]

We should not be scandalised by the sight of a naked Jesus. He is naked for us to show that, in Him, there is no shame and great beauty in being the people He created

Reviewing Anglican Catholicism

Wednesday, March 4, 2020

I find myself quite surprised that my book on Anglican Catholicism has been reviewed on Amazon. Two reviews have been very kind and encouraging. One review takes me to task for using Anglican Catholicism in the title when, perhaps, I should have used "The Anglican Catholic Church". My reviewer is a self-described Anglo-Catholic in the Episcopal Church of the USA and one, I assume, that likes to refer to himself as an Anglican Catholic.

When I was on Facebook, I was a member of a group called "Anglican Catholicism" which had members who thought themselves as such but held to the diverse beliefs of ECUSA or the CofE. This included people who accept the confusion of sexual identity within the sacraments and even one man who claimed that the Quicunque Vult was Satanic in origin! I think I stand by my decision not to dabble in Facebook.

On the other side, "Anglican Catholic" is a term used by the Anglican Ordinariate for their members. These are people who are in communion with the Pope and who reject the validity of their former priests in the Anglican lineage. The fact of the matter is that they are Roman Catholics because they are under the jurisdiction of the Bishop of Rome. 

As I said in my book, the principles of Anglican Catholicism lie in the authority of the Church of the First Millennium with a magisterium built on Scripture, Tradition and Reason in that order of importance, in the standard of worship being the 1549 Book of Common Prayer and liturgies that conform to it, and in the valid Apostolic Succession of Anglican Orders. The Affirmation of St Louis is a precis of this. Agree with these, and you have a claim to being an Anglican Catholic.

My opinion is quite clear. Anyone who accepts the heresies of ECUSA and the CofE denies their right to the term because they equivocate on what it means to be Catholic. There are no female Catholic priests. There are no Catholic spouses of the same sex. That's just how it is. Nor is an Anglican Catholic properly in communion with Rome. People can choose what they like to believe but labels are exclusive not inclusive otherwise they are utterly meaningless. A label makes a discrimination.

Discrimination is a word feared by the Liberal because it always means a discrimination into an oppressor and an oppressed. This is because many Liberals today subscribe to Marxist Critical Theory rather than the language of the Love of God. Their talk is of rights, power, privilege and entitlement never of the love of God that we find in the Bible nor of His promise of Eternal life unless it is all reinterpreted through their Marxist lens.

Discrimination proper involves the simple task of telling one thing from another and treating them with the appropriate action. Discrimination is not always a discrimination against, but Marxist philosophy will always make it so. Women are different from men: they are both deserving of respect and love by virtue of their humanity, but their physical differences to which Science bears witness and their spiritual differences to which Holy Scripture bears witness means that they cannot be treated interchangeably. Their differences must be respected in order to give them the full dignity of being human.

And so the same with Anglican Catholicism. One cannot be an Anglican Catholic if one believes that women can be ordained priest and thus disrespect her God-given difference to be a woman. This has political ramifications for any communion that does.

I had rather hoped that my book would be clear on this point, but my reviewer didn't think that it was a book for him in mind. His opinion is perfectly valid and I'm flattered that he took the trouble not only to buy a copy but to read it and review it. I do believe, however, that the title is correct as it stands and if this offends people, well, that's unfortunate but perhaps necessary. We could all do with being offended sometimes: it reminds us what we truly believe... such as the perfectly Orthodox Christian Creed known as the Quicunque Vult.

Τι πραγματικά έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την συστηματική απώθηση προσφύγων

Monday, March 2, 2020

Υπάρχει μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κάποιοι υποστηρίζουν ότι ενθαρρύνει την συστηματική πρακτική του "push back" (απώθηση) που εφαρμόζει η Ισπανία, χωρίς να προλάβουν οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν αιτήματα παροχής ασύλου στην χώρα που εισέρχονται παρανόμως. 
Είναι, όμως, έτσι;
Ας δούμε αναλυτικά την απόφαση N.D. και Ν.Τ. κατά Ισπανίας (Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του ΕΔΔΑ) της 13.2.2020.
Τα σύνορα της Ισπανίας με το Μαρόκο:
Η Μελίγια είναι παράλια πόλη στη βόρεια ακτή της Αφρικής, η οποία αποτελεί έδαφος της Ισπανίας. Είναι κτισμένη επί της ανατολικής πλευράς της ομώνυμης χερσονήσου που καταλήγει στο ακρωτήριο Τρες Φόρκας. Αποτελεί μια από τις 17 αυτόνομες κοινότητες (Περιφέρειες) της χώρας (αυτόνομη πόλη) και έχει χερσαία σύνορα στα νότια με το Μαρόκο. Βρίσκεται σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων από την Μαροκινή πόλη Ναντόρ. Η Μελίγια αν και αρχικά φοινικική πόλη υποτάχθηκε διαδοχικά από τους Ρωμαίους, τους Βανδάλους, τους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Το 1496 καταλήφθηκε από τους Ισπανούς παραμένοντας έκτοτε υπό την κυριαρχία τους. Στην πόλη αυτή το 1936 κηρύχθηκε η επανάσταση από τον στρατηγό Φρανθίσκο Φράνκο, η οποία προκάλεσε τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Οι περισσότεροι σήμερα κάτοικοι είναι Ισπανοί. Τα εδάφη της Μελίγιας και της Θέουτα είναι σήμερα τα μοναδικά εδάφη Ευρωπαϊκών κρατών στην Αφρική. Το σύνορο με το Μαρόκο περιλαμβάνει τρεις παράλληλους φράκτες, ανάμεσα στους οποίους κάνει περιπολίες η φρουρά της Ισπανίας για να αποτρέψει την παράνομη είσοδο. 
Οι προσφεύγοντες:
Οι δύο προσφεύγοντες, ο Ν.D και ο N.T. είναι άτομα που διέφυγαν ο ένας από το Μάλι το 2012 (σε εμπόλεμη κατάσταση) και ο άλλος από την Ακτή του Ελεφαντοστού και κατέληξαν στο Μαρόκο, από το οποίο επιχείρησαν μαζί με άλλους να περάσουν παράτυπα τα σύνορα με την Ισπανία, οπότε οι ισπανικές αρχές τους επέστρεψαν στο Μαρόκο, χωρίς να εξετάσουν ατομικά αιτήματα ασύλου.
Ποιες διατάξεις εξέτασε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της προσφυγής:
Το ΕΔΔΑ δεν είναι δικαστήριο που δικάζει το άσυλο, ως δικαίωμα. Δικάζει αν τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης εφαρμόζουν σωστά τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Πρωτοκόλλων της. Στο 4ο πρωτόκολλό της περιλαμβάνεται το άρθρο 4 με τίτλο "Απαγόρευση ομαδικής απέλασης αλλοδαπών" το οποίο έχει μία και μόνο φράση:
"Απαγορεύεται η ομαδική απέλαση αλλοδαπών". 
Ότι, δηλαδή, η απέλαση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε αλλοδαπού. Δεν αναφέρει τίποτε για πρόσφυγες, τίποτε για μετανάστες. Κάθε αλλοδαπός πρέπει να απελαύνεται κατόπιν ατομικής εξέτασης της υπόθεσης του. Η διάταξη δεν περιλαμβάνει εξαιρέσεις. Αφορά όμως την "απέλαση", όχι κάθε μορφή απώθησης. Καθένας, νομίζω, μπορεί να αντιληφθεί την διαφορά.
Το άλλο άρθρο που εξέτασε το ΕΔΔΑ είναι το 13 της ΕΣΔΑ, δηλαδη το "δικαίωμα πραγματικής/αποτελεσματικής προσφυγής":
"Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των."
Τι έκρινε η απόφαση του ΕΔΔΑ:
Αφού πάνω στα σύνορα η Ισπανία είχε Γραφείο Υποβολής Αιτήσεων Ασύλου (ιδρύθηκε λίγο μετά την προσπάθεια παράτυπης εισόδου στην χώρα), όπου οι προσφεύγοντες μπορούσαν να υποβάλουν το αίτημα ασύλου (ακόμη και πριν την ίδρυση του Γραφείου, υπήρχε "οδός" υποδοχής αιτημάτων από την Ισπανία) και δεν το υπέβαλαν, η ομαδική απώθηση τους χωρίς να εξεταστούν ατομικά αιτήματα δεν παραβίασε τον κανόνα του άρθρου 4. Η Ισπανία απέδειξε ότι είχαν υποβληθεί σε αυτό το Γραφείο έξι αιτήσεις το ίδιο έτος, άρα δεν είχαν πρόβλημα και οι προσφεύγοντες να κάνουν το ίδιο. Οι προσφεύγοντες, ενώ δεν είχαν ισχυριστεί καν ότι προσπάθησαν να εισέλθουν νόμιμα στην Ισπανία, ξαφνικά στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Ευρείας Σύνθεσης ΕΔΔΑ είπαν ότι πήγαν να προσεγγίσουν την υπηρεσία αλλά τους κυνήγησαν οι μαροκανικές αρχές. Αυτό, όμως, κι αληθές υποτιθέμενο, δεν σήμαινε ότι έφταιγε η Ισπανία!
Επομένως, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε ο κανόνας της απαγόρευσης ομαδικής απέλασης και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. 
ΔΕΝ ΕΚΡΙΝΕ ΔΗΛΑΔΗ, ότι σε κάθε περίπτωση ένα Κράτος έχει δικαίωμα να απελαύνει ομαδικά αλλοδαπούς. Αυτό θα σήμαινε κατάργηση του άρθρου 4 του 4ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Έθεσε κριτήρια για τις περιπτώσεις που μια ομαδική απέλαση αλλοδαπών δεν παραβιάζει την απαγόρευση.
Τα κριτήρια που έθεσε το ΕΔΔΑ:
1. Η Ισπανία επικαλέστηκε το κυριαρχικό δικαίωμα άμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Το ΕΔΔΑ επέλεξε να μην εξετάσει αυτή την επίκληση, σημειώνοντας, ομως, με νόημα ότι Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΕΙΣΑΓΑΓΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΤΕΤΟΙΟ ΘΕΜΑ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΗΕ (παρ. 166). Άρα, τέτοια επιχειρήματα περί εισβολής που θίγει την εθνική ασφάλεια πρέπει να συνοδεύονται από σχετική απόδειξη, έγκυρη με βάση τις διαδικασίες του διεθνούς δικαίου.
2. Τα κράτη καθορίζουν τα ίδια τις πολιτικές του ασύλου τους, αλλά οι πολιτικές αυτές δεν επιτρέπεται να είναι ασύμβατες με την ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της (παρ. 170): άρα, η δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ είναι στο πλαίσιο πάντα της επικουρικότητας του διεθνούς δικαίου, αλλά ΥΠΑΡΧΕΙ.
3. Το ΕΔΔΑ ακολουθεί μια σούπερ - ευρεία ερμηνεία του άρθρου 4, θεωρώντας ότι απαγορεύεται η ομαδική απέλαση καθ' οιονδήποτε έννοια, είτε ο αλλοδαπός είναι αιτών άσυλο, είτε βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, είτε όχι. Το ίδιο και για την έννοια της "απέλασης": κάθε ομαδική εκτόπιση αλλοδαπών απαγορεύεται, είτε διενεργείται με τυπικές διαδικασίες, είτε άτυπα (παρ. 173-185). Απέρριψε την ένσταση της Ισπανίας ότι η επιστροφή των ενδιαφερόμενων "δεν ήταν απέλαση". 
4. Αυτό σημαίνει ότι σε όλες αυτές τις διαδικασίες εφαρμόζεται το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ: απαγόρευση βασανιστηρίων ή απάνθρωπης / εξευτελιστικής μεταχείρισης. 
5. Πάντως, ένα "δικαίωμα στο άσυλο" δεν το κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της. Αυτό που προβλέπεται κατά το άρθρο 3 είναι ότι απαγορεύεται στο Κράτος που δεσμεύεται από την ΕΣΔΑ να επιστρέψει κάθε αλλοδαπό που βρίσκεται στην δικαιοδοσία του σε ένα άλλο Κράτος στο οποίο αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή σε βασανιστήρια. Από αυτή την άποψη, η ΕΣΔΑ περιλαμβάνει και την απαγόρευση επαναπροώθησης κατά την έννοια της Συνθήκης της Γενεύης (παρ. 188). 
6. Εάν το Κράτος παρέχει προσβάσιμη διαδικασία για εξατομικευμένη εξέταση και το ενδιαφερόμενο άτομο δεν ακολουθεί αυτή την διαδικασία, τότε το Κράτος δεν ευθύνεται για παραβίαση της απαγόρευσης της ομαδικής απέλασης. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι αντικείμενο της δικαστικής έρευνας του είναι αν το Κράτος παρέχει πραγματική και προσβάσιμη διαδικασία στα ΣΥΝΟΡΑ (παρ. 201). Εάν το Κράτος παρέχει τέτοια διαδικασία και ο ενδιαφερόμενος δεν κάνει χρήση, τότε το ΕΔΔΑ ελέγχει αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι (δικαιώματος στην ζωή ή κινδύνου απάνθρωπης/εξευτελιστικής μεταχείρισης ή βασανιστηρίων) που ο ενδιαφερόμενος δεν έκανε χρήση.
Εφαρμόζοντας όλα αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι για την υποβολή αιτήματος στην Ισπανία υπήρχε διαδικασία στα σύνορα και φυσικά στις πρεσβείες της Ισπανίας στο Μαρόκο, όπου μπορούσαν να υποβάλουν το αίτημα ασύλου οι ενδιαφερόμενοι και δεν το έκαναν. Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ εξέτασε αν υπήρχαν λόγοι κινδύνου ζωής ή απάνθρωπης κτλ μεταχείρισης που δικαιολογούσαν ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν ακολούθησαν την νόμιμη διαδικασία.
Η Ισπανία απέδειξε μέχρι και το γεγονός ότι υπήρχε ειδική διαδικασία, νομοθετημένη κατά το εθνικό δίκαιο που πρόβλεπε ότι εάν αιτών άσυλο υπέβαλε το αίτημα σε μια Ισπανική πρεσβεία και αυτό κρινόταν δεκτό, μπορούσαν να οργανώσουν την δυνατότητα μετάβασης του πρόσφυγα στην Ισπανία, εφόσον η παραμονή στην τρίτη χώρα ήταν επικίνδυνη για τα δικαιώματά του.
Μετά απ' όλ' αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Ισπανία δεν παραβίασε τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφευγόντων. Δεν έκρινε ότι μπορεί κάθε κράτος να απωθεί τους αλλοδαπούς που επιδιώκουν να εισέλθουν παράνομα στη χώρα χωρίς να παρέχουν την εξατομικευμένη υποδομή για νόμιμη εξέταση του αιτήματος στα σύνορα. Όρισε ότι μόνο αν εκπληρώνονται όλες αυτές οι εγγυήσεις από το κράτος και ο ενδιαφερόμενος δεν έχει κάνει τίποτε απολύτως, τότε και μόνο τότε επιτρέπεται η απώθησή του.

The Betrayal of God

Sunday, March 1, 2020

Sermon for the first Sunday in Lent

“My God, my God, why hast thou forsaken me?”

Surely, these are the most chilling words a Christian can hear, for this is the sound of abandonment, an expression of betrayal. If God abandons and betrays us, what hope have we left? And yet, there seem to be many who are indeed victims of betrayal.

A woman thrown out of her home.

A baby thrown under a bush to die.

A man told to sacrifice his only son.

A young man facing his own father who is ready to kill him.

A nation overrun by a controlling empire.

A man whose friends have betrayed him to the authorities or left him to face execution alone.

These images may be found in the pages of Holy Scripture. They may also be found in the news today. Betrayal is real. The sense of being betrayed by God is real.

[PAUSE]

In our abandonment, we are overwhelmed with so many negative feelings. We mourn the loss. We shiver in our nakedness, exposed to the elements where once we were protected. We shiver in fear as we realise our invulnerability and expect agony to strike at any minute. We want to stay still because we don’t know what’s out there. We want to run to escape the danger that is stalking us. And we are left with that single most horrible truth that we are utterly on our own.

If God abandons us then we are so very much on our own but if God betrays us, then we are confronted with even worse emotions: revulsion, loathing and utter hatred. We say with the psalmist:

“Let the sentence of guiltiness proceed against him: and now that he lieth, let him rise up no more. Yea, even mine own familiar friend, whom I trusted: who did also eat of my bread, hath laid great wait for me.”

It isn’t for nothing that Dante describes Judas being in the lowest, darkest, coldest region of Hell. If God betrays us, then perhaps He isn’t real.

[PAUSE]

Many people think this and rejoice. It means that they can do what they want. It means nothing matters and the best thing to do is just to enjoy life and perish in the grave. Make up your own morality – it’s all good!

No, no it isn’t.

The problem with betrayal is that it casts a veil over our eyes and this is not always our fault. Betrayal strikes at us deeply. We are wounded at the core and it is difficult to see how this can possibly heal.

Betrayal is a very long and sharp spear that penetrates deep inside of us to our very heart.

But doesn’t that sound familiar?

[PAUSE]

At the time He is betrayed, Our Lord is doing something vitally important. He gives us His Body and Blood to eat and drink. This is not symbolic, but a real physical reality. We take into ourselves His Body: a Body that is betrayed, wounded at the very heart by the cruel lance, from which wound pours His Precious Blood. In giving us Himself, Our Lord has made the ultimate identification with all humanity. He is here to suffer WITH us and, in suffering with us, He gives our pain and sorrow, our misery at the hands of those without pity, a meaning more glorious than our betrayers want for us.

Our Lord takes all our betrayal upon Himself on the Cross. This cry of abandonment, of betrayal that He screams from the cross is for us. It is our suffering that He brings to His Father in Heaven. It means that we are heard. In our abandonment, we are heard. In our misery, we are heard. In our danger, we are heard. In the agony of the most excruciating torture, we are heard.

God has not betrayed us. He has given us His Body and Blood: He cannot betray us.

But we still suffer.

[PAUSE]

Yes, and that is Mankind’s fault for sinning right at the beginning. Humanity walked away from God first. Our suffering is part of the struggle to free ourselves from Evil to get back to what is Good. When we are betrayed, the veil comes down to obscure us from the truth of God’s goodness. Yet, at the crucifixion of Our Lord, the veil is torn in two.

We suffer and we suffer hard. But whatever obscures the Light of God’s love for us can be torn away by turning to Him. The Bible is full of complaints to God. The point is that He hears everyone. But we have to be patient even when suffering seems unendurable. We have to trust, even when it seems that God Himself has betrayed us. We have to have faith even when we can see no good, no way out, and no end.

[PAUSE]

Lent bids us rise above our feelings to look to the Truth of our situation. We find that Truth in the Cross, and that Cross points to God’s glory and our joy!

Για πρώτη φορά άσυλο λόγω αθεΐας σε Πακιστανό

Monday, February 24, 2020

Σε υπόθεση που χειρίζεται το γραφείο μας, αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από Ελληνικό Δικαστήριο ότι η αθεϊα πρώην μουσουλμάνου πολίτη χώρας που διώκει με την θανατική ποινή το αδίκημα της "βλασφημίας" αποτελεί λόγο ευαλωτότητας που επιτρέπει την παροχή διεθνούς προστασίας από την Ελληνική Δημοκρατία.

Επρόκειτο για την υπόθεση Πακιστανού πολίτη, ο οποίος επικηρύχθηκε για την αθεϊα του από διάφορους φορείς στο κράτος του, στο οποίο προβλέπεται η θανατική ποινή για τα άτομα που υποπίπτουν στο αδίκημα της "βλασφημίας". Για την μεταβολή των επιλογών του υπήρχε πλήρης τεκμηρίωση από αναρτήσεις του σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που δεν ελήφθη κατάλληλα υπόψη από τις αρμόδιες υπηρεσίες ασύλου με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αίτημά του για διεθνή προστασία και να κινδυνεύει να επιστρέψει στο Πακιστάν όπου θα διωκόταν με βεβαιότητα και θα καταδικαζόταν με την ποινή του θανάτου, όπως συνέβη σε φίλους και ομοϊδεάτες του.

Προσφύγαμε με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου υποβάλλαμε και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, προβάλλοντας ότι η εφαρμογή της απόφασης για επιστροφή του Πακιστανού στην χώρα του θα τον εκθέσει σε ανεπανόρθωτη βλάβη και κυρίως θα απειληθεί εναντίον του η θανατική ποινή.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την απόφαση 49/2020 επί της αίτησης αναστολής, αφού εξέτασε τον φάκελο καθώς και τα επιχειρήματα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, διαπίστωσε ότι όντως συντρέχει λόγος κατεπείγουσας προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων του αιτούντος. Αναφέρει, βέβαια, ότι η απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως διεθνούς προστασίας αποτελεί πράξη αρνητικού περιεχομένου και , ως εκ τούτου, δεν είναι δεκτική αναστολής εκτέλεσης. Ξεπερνώντας, όμως, αυτό τον νομικό σκόπελο, το Δικαστήριο καταλήγει:

"Ωστόσο, το δικαστήριο σε συμβούλιο ή ο αρμόδιος δικαστής δύναται, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 52 του π.δ/τος 18/1989 όπως ισχύει, να διατάξει κάθε κατάλληλο για την προστασία του αιτούντος μέτρο. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ισχυρισμών και των περιλαμβανομένων στο διοικητικό φάκελο εγγράφων ενδέχεται να τεκμηριώνεται κίνδυνος είτε σύλληψης του αιτούντος από τις αρχές της χώρας του με την κατηγορία της βλασφημίας, είτε επίθεσης σε βάρος του από φανατικές θρησκευτικές ομάδες, σε περίπτωση επαναπροωθήσεώς του στο Πακιστάν, για το λόγο δε αυτό κρίνεται ότι από την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα πιθανολογοείται ο κίνδυνος επέλευσης σε βάρος του ανεπανόρθωτης βλάβης με τη σύλληψή του από τις αρχές της χώρας του ή του εντοπισμού του από φανατικούς ισλαμιστές. Κατόπιν αυτών, κρίνεται αναγκαιο να διαταχθεί η Διοίκηση να απόσχει, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επι της εκκεμούς αιτήσεως ακυρώσεως, από κάθε ενέργεια στηριζόμενη αποκλειστικώς στην προσβαλλόμενη πράξη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την εξαναγκασμένη αναχώριση του αιτούντος από την Ελλάδα. Περαιτέρω, διατάσσει την Διοίκηση να μην προχωρήσει στην αφαίρεση του χορηγηθέντος στον αιτούντα δελτίου αιτήσαντος διεθνή προστασία ή, εάν τυχόν το δελτίο αυτό έχει ήδη αφαιρεθεί, να του επιστραφεί και, εάν έχει λήξει, να παραταθεί η ισχύς του, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η πραγματική κατάσταση, στην οποία τελούσε ο αιτών, προ της απορρίψεως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, του αιτήματος χορηγήσεως διεθνούς προστασίας".

Justifying the Lawyers

Sunday, February 23, 2020

Sermon for Quinquagesima

Why do lawyers get such bad press?

For many people, the lawyer is an "ambulance chaser", someone who has grown fat charging an exorbitant amount of money to interpret the Law to free the guilty and punish the innocent.

But it's not true.

What is a lawyer for?

[PAUSE]

We have the Law - a system of rules which allow human beings to live together in some form of harmony. But human beings are complicated, so the Law is complicated.

The fact of the matter is that, if human beings weren't so predisposed to sin and doing the wrong thing, there would be no need of the Law: as St Paul would remind us, the Law is there to tell us what is right and what is wrong. That's its function.

And we should be thankful for it.

[PAUSE]

Look at the end of the captivity in Babylon. When the Jews are allowed to leave and rebuild Jerusalem, they need to rebuild their society too. When Ezra and Nehemiah find the books of the Law, the people are thrilled. They weep when the Law shows how bad things have become and they commit themselves to making their society better. The lawyers - people trained to understand the Law - become important. 

[PAUSE]

So we see this Lawyer, one who seems to be well known to the community, listen to Jesus. He has clearly been listening to Jesus for a while because he is able to repeat the commandments that Jesus treasures and bids us follow.

But Jesus is a controversial figure, one whom the Scribes and Pharisees believe is disrupting the harmony and order of Society. This Lawyer seeks to test Jesus, to hear how subversive He is. 

And Jesus turns the tables on him. What should we do to inherit eternal life? Love God; love your neighbour. It's almost obscenely simple. If we all kept these two commandments, there is no need for the Law and no need for Lawyers.

And this becomes uncomfortable for the Lawyer for, out of his own mouth, he has made himself redundant.

Think fast! How can the Lawyer demonstrate that he is a vital, good and wholesome contributor to Society? Seek for the technicality. The Law will still be needed to judge who the neighbour is. "And who is my neighbour?"

[PAUSE]

The answer is that parable.The famous parable. The parable that puts the epitome of the law-abiding, the priest, the Levite, beneath the lawless Samaritan.

And yet, the Samaritan is keeping the very law that the Lawyer has given. Jesus is not destroying the Law: He is preaching it. He shows so clearly that the Law of Eternity is written not in books but in the Word of God. The letter flattens the law to human thoughts which can become obsessed with tiny details so that gnats are strained out and camels are swallowed. 

The parable of the Good Samaritan shows us that we are all to become lawyers - lawyers from the heart. In order to do so, we need Our Lord there in our hearts to give His Law its fullest meaning.

[PAUSE]

Human lawyers do the vital job of interpreting a wildly complicated system of rules so that we can live this life in harmony with others.

We Christians are to be lawyers of the higher law, to expose evil and reveal the good, not to prosecute but to stand alongside the sinner in the knowledge that God Himself will give all good things in order that sin might be destroyed and the human being freed from evil. 

Lent gives us the opportunity to grow the law of God in our hearts, to commit ourselves to living out that Law and to prepare ourselves to reveal that law to a world that is obsessed with legalism and petty detail.

The good lawyer is to be respected, but then the good lawyer is a good Samaritan.


Proving the Rule

Sunday, February 16, 2020

Sermon for Sexagesima

Is it ever acceptable to run a red light? Punch someone on the nose? Steal a loaf of bread? Commit adultery?

They say that exceptions prove the rule, but what exactly does that mean?

[PAUSE]

We have the idea that “prove” means showing something to be right, but that is not quite what it means. It’s related to the word “probe” meaning to examine, test or try something out. To prove a rule means to see just how far it works before it breaks down.

The law says we must stop at a red light, and yet there are exceptions. The reasons for not stopping at a red light must outweigh the reasons to stop at a red light. Likewise, punching someone on the nose is acceptable in some situations, like boxing. But what about stealing or committing adultery?

Again we can think of situations where stealing might be very easily forgivable, but adultery is difficult to be so tolerant. You can steal out of dire necessity, in which case the sin of stealing is of much less weight than those who have caused the dire necessity. But is there a dire necessity for adultery?

Stealing and adultery are contrary to God’s commandments and therefore sinful, but the degree of sin depends very much on circumstances. The same is true for all sin: not all sin is sin unto death, as St John reminds us but it does not stop the sin from being sinful. All sin drives a wedge between us and God.

[PAUSE]

Consider our Lenten fasting. We break the fast whether we have a three-course meal or a surreptitious smartie. Indeed, there is no legal compulsion for us to fast at all during Lent. The only reason that we should do so should be our desire to get closer to God. Yet, there is no point in fasting if we’re not going to do anything about the sins that separate us from God. Fasting might help us to control ourselves and help our spirits wage a better war against our lusts of the flesh but we do need to take stock of how we separate ourselves from God.

St Paul warns the Corinthians that we can drink the same spiritual drink from the Rock that is Christ but if we’re going to make exceptions from living the Christian life, then we will perish in the wilderness just as the Hebrews did in their Exodus from Egypt.

If we think that we’re okay, then we need to take heed lest we fall.

[PAUSE]

One of the great temptations we face from the Devil is “it’s only a little thing, God won’t mind this little exception.” We can pinch one of someone else’s biscuits or cast a lascivious eye over some scantily clad woman in a magazine but these can never be rewards for doing something good. The trivialisation of sin has been our problem from the very Fall itself – “it’s only one little apple, Eve!”

This is why we must pray that we do not allow ourselves to think that we are bigger than temptation. We should know that we cannot stand when we are tempted unless given the grace of God to withstand that temptation. But God wouldn’t lead us into temptation, would he?

Oh yes, He would!

[PAUSE]

He would do so if we were so arrogant as to believe that we have no sin. He would force us to look at the exceptions that we make to His rule by suffering their natural consequences so that we might turn and repent. We see that time and time again in the Bible, and time and time again in our lives.

If we are serious in praying to God, “lead us not into temptation” then we need to play our part by noting how vulnerable we are to being tempted and relying on God to find the way out. We will fall into sin again and again but this does not stop God from being willing to forgive us. It just means we have to repent again and again and try and do something about our tendency to sin.

[PAUSE]

It is not God’s Rule that needs to be proved by exceptions, it’s the exceptions that we make that need to be proved by God’s Rule. We have to remember that God’s Law is good for us, especially in an age in which we are being tempted to see it as restrictive, soul-destroying and even inhumane. God’s Law is restrictive: it binds sin away from us. God’s Law is not soul-destroying: it reinforces the soul against the lusts of the body. God’s Law is not inhumane: it is for our growth to become the human beings He created us to be, reunited with Him in Eternity.

It is our love of God which needs to be proved: we already have proof of God’s love for us.

Ηχογραφήσεις συνεδριάσεων Εurogroup από πρώην υπουργό οικονομικών

Saturday, February 15, 2020

Η συλλογή δεδομένων φωνής που ανήκει σε φυσικά πρόσωπα αποτελεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κι επομένως η συλλογή τους πρέπει να γίνεται με την συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων. Ο κανόνας της συγκατάθεσης δεν είναι βέβαια ανεξαίρετος, αφού προβλέπονται κι άλλοι λόγοι που επιτρέπουν την συλλογή δεδομένων φωνής, όταν αυτό επιβάλλεται π.χ. από ένα υπέρτερο έννομο συμφέρον. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, όταν δηλαδή ένα υπέρτερο έννομο συμφέρον επιβάλλει την ηχογράφηση δεδομένων φωνής φυσικών προσώπων, η διαφάνεια επιβάλλει την προηγούμενη ενημέρωση των καταγραφομένων.

Αυτοί οι θεμελιώδεις κανόνες υποχωρούν όταν τα συλλεγόμενα δεδομένα αφορούν δημόσια πρόσωπα και η χρήση γινεται στο πλαίσιο δημοσιογραφικών σκοπών ή άλλων σκοπών δημοσίου δικαίου για να αποδειχθεί κάποιο μεγάλο περιστατικό που αποκρύπτεται και το οποίο έχει δημόσιο ενδιαφέρον. Πρέπει όμως η συλλογή και χρήση των δεδομένων να είναι το μοναδικό μέσο της απόδειξης. Ένας κανόνας που έχει ακολουθήσει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όταν πρέπει να σταθμίσει ανάμεσα σε ελευθερία της πληροφόρησης αφενός και σεβασμό του ιδιωτικού βίου αφετέρου (στον οποίο ιδιωτικό βίο περιλαμβάνονται και οι επαγγελματικές δραστητιότητες ακόμη και δημόσιων αξιωματούχων) είναι η κραυγαλέα α   ν τ ι ν ο μ ί α  ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και στον άλλως πράττειν των δημοσίων προσώπων. Πρέπει να υπάρχει λοιπόν αντινομία, όπως είναι για παράδειγμα το ψέμα.

Εδώ έχουμε το περιστατικό ενός πρώην υπουργού οικονομικών που συμμετείχε πριν πέντε (5) χρόνια στην κλειστή συνεδρίαση του Eurogroup, το οποίο είναι ένα άτυπο όργανο της ευρωζώνης και αποτελείται από τους υπουργούς οικονομικών των κρατών - μελών που έχουν ευρώ.  Ο πρώην υπουργός χαίρει της βουλευτικής ασυλίας και ισχυρίζεται ότι έχει ηχογραφήσεις από εκείνες τις συνεδριάσεις προ πενταετίας. Επιθυμεί να δημοσιοποιήσει αυτές τις ηχογραφήσεις, για να γνωρίζει ο ελληνικός λαός τι ειπώθηκε σε κρίσιμες συνεδριάσεις για την πορεία της χώρας και της ευρωζώνης.

Έχει προηγηθει βέβαια το βιβλίο που έχει συγγράψε ο εν λόγω πρώην υπουργός, το οποίο έχει γίνει διεθνές μπεστ σέλλερ και έχει γυριστεί και σε ταινία από διεθνούς φήμης σκηνοθέτη κι έχει προβληθεί διεθνώς. Έχουν προηγηθεί ατέλειωτες συνεντεύξεις του πρώην υπουργού, αλλά και άλλων πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου. Φαίνεται μάλιστα ότι όλοι συμφωνούν ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Δεν φαίνεται να υπάρχει η κραυγαλέα αντινομία ανάμεσα στον δημόσιο λογο και στα εξ απορρήτων λεχθέντα στο Eurogroup. Επίσης έχουν περάσει και πέντε χρόνια, γεγονός που, μαζί με τις συνεντεύξεις, το βιβλίο, την ταινία έχουν αφαιρέσει από το περιεχόμενο των συνομιλιών στο Eurogroup κάθε ενδεχόμενο μη κάλυψης που θα συνέβαλε σε έναν δημόσιο διάλογο για θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος.

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η δημοσίευση τέτοιων ηχογραφήσεων που μπορεί όταν έγιναν να είχαν μια κάποια αποδεικτική αξία, σήμερα δεν μπορούν πλέον να συγκεντρώσουν τα στοιχεία εκείνα που θα δικαιολογούσαν την υπέρβαση της υποχρέωσης διαφάνειας και λήψης συγκατάθεσης. Μόνο αν οι ηχογραφήσεις περιλαμβάνουν κάτι που όχι απλά δεν έχει αποκαλυφθεί, αλλά θα μπορούσε να ανατρέψει πλήρως την δημόσια αντίληψη για τα γεγονότα όπως τα έχουν μεταφέρει οι πρωταγωνιστές τους, θα επέτρεπαν την υπέρβαση των προϋποθέσεων διαφάνειας και συγκατάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν το ισχυρίζεται ούτε ο πρώην υπουργός. Δεν έχει πει δηλαδή ότι σε αυτές υπάρχει συγκεκριμένο περιστατικό, για το οποίο το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο είναι οι ηχογραφήσεις και το οποίο έχει συστηματικά διαστρεβλωθεί από άλλους που έχουν αμφισβητήσει την δική του εκδοχή.

Συνεπώς, μια δημοσιοποίηση πλέον, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στην βάση της ελευθερίας της πληροφόρησης χωρίς να τραυματίζονται άλλες θεμελιώδεις κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού. Η διαρροή δεν αποτελεί έκφανση της αρχής της διαφάνειας. Η κρυφή καταγραφή μιας συνομιλίας επιτρέπεται κατ' εξαίρεση και μόνο υπό αυστηρούς όρους. Γι' αυτό και το ποινικό μας δίκαιο την ταξινομεί στις κακουργηματικές περιπτώσεις και μόνο κατ' εξαίρεση νοείται η απαλλαγή, όπως στην απαλλαγή Κασιδιάρη για την καταγραφή Μπαλτάκου. Κι εκεί όμως θα μπορούσε να έχει υπάρξει σοβαρός αντίλογος και είχε προηγηθεί και μια σύλληψη και προσωρινή κράτηση του βουλευτή όπως θυμόμαστε.

Η τήρηση των πρακτικών συνεδριάσεων προϋποθέτει ρυθμισμένη διαδικασία, με καθορισμένες παραμέτρους προηγούμενης ενημέρωσης και συγκατάθεσης. Δεν γίνεται με μονομερή πρωτοβουλία του ενός συμμετέχοντος. Γίνεται με την διαδικασία της συναπόφασης. Διαφορετικά, πρόκειται για κατ' αρχήν παράνομη πράξη, με όλως περιοριστικές εξαιρέσεις. 

Δικαίωση διευθύντριας δήμου που υποβιβάστηκε σε τμηματάρχη

Monday, February 10, 2020




Με ιδιαίτερη ικανοποίηση υποδεχόμαστε την απόφαση με την οποία ακυρώθηκε ο υποβιβασμός της Διευθύντριας του Δήμου Λοκρών κυρία Άννα Παπαναγιώτου, σε προϊσταμένη Τμήματος. 

Συγκεκριμένα, η υπάλληλος ήταν Διευθύντρια της Δ/νσης Κοινωνικής Προστασίας, Παιδείας και Πολιτισμού. Με απόφαση του νέου Δημάρχου Λοκρών μετακινήθηκε σε θέση προϊσταμένης Τμήματος, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 72 παρ. 4 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, η οποία απαγορεύει την μετακίνηση προϊσταμένων σε θέσεις προϊσταμένων οργανικής μονάδας κατώτερου επιπέδου (από διεύθυνση σε τμήμα).

Η υπάλληλος προσέφυγε αρχικά στον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας, με αίτημα να ακυρωθεί η παράνομη μετακίνησή της. Όμως, η προσφυγή της απορρίφθηκε από τον Συντονιστή, χωρίς να εφαρμοστεί η απαγόρευση του άρθρου 72 παρ. 4. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης, η υπάλληλος προσέφυγε στην Επιτροπή του άρθρου 152 του Ν.3453/2006, με αίτημα την ακύρωση της απόφασης.

Με το Πρακτικό 2/2020, η Επιτροπή έκρινε ότι η υπάλληλος είχε δίκαιο κι ότι δεν έπρεπε να είχε μετακινηθεί σε θέση προϊσταμένης τμήματος. Ειδικότερα η Επιτροπή έκρινε ότι “ο χαρακτηρισμός της ανωτέρω μετακινήσεως της προσφεύγουσας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως επανατοποθέτησης, πέραν του ότι είναι ανακριβής, διότι η προσφεύγουσα δεν ήταν ποτέ προηγούμενα τοποθετημένη ως Προϊσταμένη στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής και Πολιτικής Ισότητας των Φύλων, αλλά ήταν τοποθετημένη ως Προϊσταμένη στο Αυτοτελές Τμήμα, που εν συνεχεία κατέστη Διεύθυνση, Κοινωνικής Προστασίας, Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Λοκρών, επιπλέον είναι και νομικά αδιάφορος, διότι βέβαιον και αναντίρρητον είναι ότι η σχετική ανάθεση των καθηκόντων της προσφεύγουσας έγινε από το αρμόδιο για κάθε διορισμό και κάθε υπηρεσιακή μεταβολή όργανο, ήτοι τον Δήμαρχο Λοκρών και επιπλέον ότι ανεξαρτήτως του μόνιμου ή παροδικού χαρακτήρα της μετακίνησής της, αφού το άρθρο 72 παρ. 4 του Ν.3584/2007 δεν διακρίνει σχετικά, η μετακίνηση από τη θέση προϊσταμένου μιας οργανικής μονάδας είναι νόμιμη μόνον εφόσον γίνεται σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας αντίστοιχου επιπέδου”. Η Επιτροπή έκρινε ότι ο Δήμαρχος έχει μεν διακριτική ευχέρεια για μετακινήσεις προσωπικού, όμως δεν μπορεί να αντιστρατεύεται την διάταξη του άρθρου 72 παρ. 4. 

Είναι μία μέρα δικαίωσης για την κυρία Παπαναγιώτου”, δήλωσε ο Βασίλης Σωτηρόπουλος που την εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος στην Επιτροπή, “και μια μέρα επιβεβαίωσης της αρχής της αξιοκρατίας. Η απόφαση της Επιτροπής επιβεβαιώνει την σχετική νομολογία των Διοικητικών Εφετείων της χώρας που θα έπρεπε να είχαν λάβει υπόψη τους τόσο ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης, όσο και ο Δήμαρχος Λοκρών”.



Jobs on the fridge

Sunday, February 9, 2020

Sermon for Septuagesima

What is the point of a newborn baby?

[PAUSE]

It’s terrifying to think that there are people who don’t even recognise babies as being real people, but something biological which bears human DNA. Once you have returned the confused gaze given by someone just a few minutes old, you should not be in any doubt that you are in the presence of a very new person who shares personhood with you, who shares life with you, and shares the need to be loved with you. Just as Our Lord suffers you to come to Him, so must we suffer the little children to come to Him, too, because there can be no distinction.

But what is the point of a newborn baby?

[PAUSE]

To ask that question is to ask that age-old question, “what is the meaning of life?”

We find the answer to that question in the second chapter of the Book of Genesis.

“[T]he Lord God formed man of the dust of the ground, and breathed into his nostrils the breath of life; and man became a living soul… And the Lord God took the man, and put him into the garden of Eden to dress it and to keep it.”

Is that all we are? God’s gardeners?

[PAUSE]

Well, yes, in a way. We exist in order to serve God, to love Him and to love our neighbour, to live in a world created by God, and to take pleasure in that work.

The trouble is that we human beings have a tendency to look down on labouring. We see some jobs as being beneath our dignity, jobs for somebody else to do. We have a tendency to say, “I’m to clever and important to clean toilets.” And what we miss is the dignity that God gave us to be workers for Him.

For He is not just an employer, He is our Father. He longs to reward us and give us good things. He takes great pleasure in what we do. He is someone who profits by it. There is nothing that we can do or make that is already His. He is the loving parent who sees the child pick up a crayon and draw a wobbly picture of Mummy and Daddy and Spot the Dog and is thrilled to bits and pins it up on the fridge. We have a greater dignity being labourers for God than we give to those who work for us. If we want to rejoice in what we do, then we must give others an opportunity for them to rejoice, too.

Of course, we’re not all created to perform the same tasks. St Paul reminds us that there are apostles, evangelists, prophets, teachers, pastors, workers of miracles, healers, assistants, politicians and interpreters. There are tent-makers, soldiers, fishermen, carpenters… the list goes on. We are all created to serve God in being the person that we are with all our strengths and weaknesses.

The trouble is that the presence of Sin and Evil often obscures who we are.

[PAUSE]

As we approach Lent, we are faced with the opportunity to fast and pray for a release from our sins and to recover our mission in life, the reason God made us. No, that doesn’t necessarily have a simple answer and it may be only when we have passed from this life that we find out. That’s okay. The point is that we use whatever means we have at our disposal to work for God. Prayer and fasting help us to see more clearly what God wants us to do.

[PAUSE]

This Lent, let us direct our prayers and fasting to discover God’s mission for us as individuals and as a Church. Perhaps, then, God will pin our work up on His fridge.

Purifying Ecclesiastical Decrepitude

Sunday, February 2, 2020

Sermon for the Feast of the Purification of the Blessed Virgin Mary

The church building is showing its age. The white plaster is greying and cracking in places. The woodwork is riddled with woodworm. The brasswork is dull and without lustre. The altar frontals are fading and getting a bit tatty. The ornaments are covered in dust. The corners of the ceiling are a bit mouldy. The floor needs a good sweep. It all looks tired and faded and a bit miserable.

This would seem an accurate picture for many, especially in those places where the congregation has dwindled and aged to the point where the regular upkeep of the building is becoming progressively more and more difficult. It’s all rather sad and discouraging. But what can you do?

[PAUSE]

The aged Simeon probably feels the same way. His body has aged. His legs hurt. His eyes are not as keen as they once were. Here he is, about to perform a ritual that he has performed hundreds of times before, for people who are probably just going through the motions. Jerusalem is controlled by the Romans who care nothing for God. The Jewish Religion is controlled by a ruling elite of Scribes and Pharisees who are more interested in the tassels on their fine robes than worshipping God in their hearts. Everything seems a bit worn out, baggy and a bit loose at the seams.

And yet despite all this, with his customary professionalism and kindness, aged Simeon spies the young couple entering into the temple with their little boy and prepares the rite of purification for this young mother.

And the house is suddenly filled with glory. Why?

[PAUSE]

There are many remarkable things about Mary and Jesus which we should love to think upon. That’s what the church year is for so that we can pay close attention to all those little things Our Lord does for us and what Our Lady points out to us. The purification of Mary is very closely associated with the events of the Epiphany of the Lord in one particular aspect.

Our Lord goes through rituals that are unnecessary for Him. He is circumcised, but He is already a child of God. He is given presents by Magi but doesn’t need them. He is baptised by St John but has not sinned. He attends a wedding and, even though His time has not yet come, turns water into wine. Our Lady comes forward for purification and yet is already pure. If these are all unnecessary, why do Our Lord and Lady go through with them?

You might say that these are acts of humility and obedience, and you would be right. You might say that these allow Our Divine Lord Jesus Christ to identify with us fallen human beings, and you would be right. There is one more thing – purification.

[PAUSE]

In His Circumcision, Our Lord takes the whole Law of God upon Himself and liberates us from its letter. He prefers us to circumcise our hearts. The Law is purified by Christ’s obedience so that we can be justified by Faith.

In His visitation by the Magi. Our Lord receives gifts of gold for His Kingship, frankincense for His priesthood and myrrh for His burial. In so doing, He purifies our understanding of kingship, of priesthood and even Death itself.

In His Baptism, Our Lord purifies the waters of repentance into waters of incorporation into the Church and membership with Him. He purifies Baptism so that the outward sign receives its inward grace.

In turning water into wine, Our Lord purifies marriage so that a man and a woman may receive grace to live a married life as God intended it as the necessity of water to live is transformed into the richness of God’s love in good wine.

In presenting herself for purification, Our Lady is shown that through her purification, God purifies the Church, giving Light to lighten the Gentiles and the Glory of God’s people, Israel. For God has promised, “I will shake all nations, and the desire of all nations shall come: and I will fill this house with glory, saith the Lord of hosts.”

For Simeon, the general decay of his body is transformed by the truth of God’s promise. He can die in peace but he realises the glory of resurrection and the restoration of that which is falling to bits. All he has done is kept faithful to God as the light fades and things go stale, and his faith is rewarded by this vision of glory in the face of the little tiny Messiah.

[PAUSE]

And so it is with us. Things look as if they are falling to bits. Institutions are crumbling; church buildings are falling into disrepair; Society is losing sight of what is right and wrong. We need just to let it happen – hard to do, but this is how we make our sacrifice. God will shake, God will judge and God will purify

Our job is simple: we continue. We continue to hold the faith. We continue to say the old prayers. We continue to proclaim the same Gospel as was first proclaimed in the Resurrection of Our Lord. We continue to believe the old faith as the Ancient Creeds express. We continue to fight for God’s eternal law of love for all human beings. We continue to hold the same hope that the first martyrs held. We continue to do what we can for the love of God. Like Simeon, we shall see our lives, our homes, our churches and our societies purified and glorified in the Light of Lights.

And we, too, will depart in peace and then see the Glory of God Himself eternally.

Μαθητής κερδίζει δικαστικά απαλλαγή από θρησκευτικά που του είχε απορρίψει 2 φορές το σχολείο του

Friday, January 31, 2020

Με σημερινή απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών σε υπόθεση μαθητή εναντίον του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ότι η απόρριψη των αιτημάτων των γονέων του για απαλλαγή του από το μαθημα των θρησκευτικών παραβιάζει την θρησκευτική του ελευθερία.
Πρόκειται για το 1ο Γενικό Λύκειο Γέρακα, στο οποίο οι γονείς του μαθητή είχαν υποβάλει τον Σεπτέμβριο αίτημα απαλλαγής χωρίς να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι Χ.Ο. Η αίτησή τους απορρίφθηκε και στην συνέχεια υπέβαλαν την υπεύθυνη δήλωση, με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αίτημα εκ νέου ως εκπρόθεσμο!
Εκπροσωπώντας τους γονείς και τον μαθητή ως πληρεξούσιος δικηγόρος, κατέθεσα κατά του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (το σχολείο δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα) αίτηση ακύρωσης των απορρίψεων στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και αίτηση αναστολής εκτέλεσης και έκδοσης προσωρινής διαταγής. Ενώ το αίτημα προσωρινής διαταγής απορρίφθηκε τον Νοέμβριο (ακατανόητο, κατά τη γνώμη μου, οπότε προσφύγαμε για τον λόγο αυτόν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων), τελικά, σήμερα, ενώ ο μαθητής υποχρεώθηκε επί 4 μήνες να παρακολουθεί θρησκευτικά, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε δεκτό το αίτημα της αναστολής και των δύο απορρίψεων του αιτήματος με το εξής σκεπτικό: 
"Επειδή, με το άρθρο 13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος (αρνητική μορφή της θρησκευτικής ελευθερίας), καθώς επίσης και το δικαίωμά του να μην αποκαλύπτει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με τις προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις, εκδηλώθηκε η άρνηση του Συλλόγου των διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα να απαλλάξουν τον τρίτο αιτούντα από τη διδασκαλία των θρησκευτικών, ενώ είχαν αιτηθεί την απαλλαγή αυτή οι γονείς του (1ος και 2η από τους αιτούντες), σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 25 παρ.3 της Υ.Α. 79942/ΓΔ4/21-5-2019 σε συνδυασμό με 12773/Δ2/23-1-2015 Εγκύκλιο του ΥΠΠΕΘ). Κατόπιν της άρνησης αυτής, ο τρίτος αιτών θα υποχρεωθεί να παρακολουθήσει το μάθημα των θρησκευτικών κατά το τρέχον σχολικό έτος και να συμμετέχει στις θρησκευτικές εκδηλώσεις του σχολείου (προσευχή, εκκλησιασμός), μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, γεγονός που θα του προκαλέσει βλάβη ανεπανόρθωτη σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ακύρωσης, λόγω της προσβολής του δικαιώματός του για θρησκευτική ελευθερία, κατά παράβαση του άρθρου 13 του Συντάγματος. Επειδή, όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων του Συλλόγου Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ***/8-11-2019 αίτησης ακύρωσης, που εκκρεμεί για συζήτηση. Ακόμη πρέπει να επιστραφεί στους αιτούντες το καταβληθέν παράβολο.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από τον πρώτο και δεύτερο από τους αιτούντες ως ασκούντες την επιμέλεια και γονική μέριμνα του ανήλικου υιού τους και τρίτου των αιτούντων.
Αναστέλλει στην εκτέλεση των με αριθμούς ***/27-9-2019 και ***/16-10-2019 πράξεων του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ***/8-11-2019 αίτησης ακύρωσης.
Διατάζει την επιστροφή του παραβόλου στους αιτούντες.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019 και εκδόθηκε στον ίδιο τόπο στις 31 Ιανουαρίου 2020."

Πολιτικός όρκος για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Monday, January 27, 2020

Διαφωνώ με την νομική άποψη ότι ο χριστιανικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας που αναφέρει το Σύνταγμα είναι υποχρεωτικός.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 33 παρ. 1 ορίζει ότι ο εκλεγόμενος ΠτΔ αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του από την επομένη της ημέρας που έληξε η θητεία του απερχόμενου Προέδρου και "σε όλες τις άλλες περιπτώσεις" (π.χ. θάνατος) από την επομένη της εκλογής του. 
Άρα η χρονική έναρξη των καθηκόντων ορίζεται συνταγματικά από συγκεκριμένο γεγονός (λήξη θητείας προηγούμενου ή έκλειψη προηγούμενου), χωρίς αυτή να εξαρτάται από την ορκωμοσία, η οποία ορίζεται στην παρ. 2 μόνο ως τελετουργική διαδικασία και όχι ως όρος του ενεργού. Συγκεκριμένα η παρ. 2 αναφέρει ότι ο ΠτΔ πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του δίνει ενώπιον της Βουλής τον ακόλουθο όρκο:
"Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω (sic) την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού". 
Καμία έννομη συνέπεια δεν προβλέπει το Σύνταγμα, εάν δεν τηρηθεί αυτό το τελετουργικό: δεν είναι όπως ο όρκος που πρέπει να δώσει ένας μάρτυρας στο δικαστήριο, χωρίς τον οποίο δεν νοείται καν η κατάθεσή του ως μαρτυρική και χωρίς την νομοτυπική πρόβλεψη του οποίου δεν νοείται καν όρκος. Ο όρκος του ΠτΔ είναι ρυθμισμένη εθιμοτυπία και όχι νομική διαδικαστική προϋπόθεση. 
Σε αυτό το συμπέρασμα συντείνει το γεγονός ότι τα προσόντα για την εκλογή του ΠτΔ ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 31 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκλεγεί όποιος:
α) είναι Έλληνας πολίτης πριν από πέντε τουλάχιστον έτη,
β) έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή,
γ) έχει συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας και
δ) έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.
Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για το θρήσκευμα, το οποίο σημαίνει ότι το Σύνταγμα δεν θέτει ως προϋπόθεση να ανήκει ο ΠτΔ σε συγκεκριμένο θρήσκευμα. Εδώ δέχεται και το ενδεχόμενο ο ΠτΔ να ΜΗΝ ήταν έλληνας πολίτης πριν από έξι (6) χρόνια! Επίσης, παρόλο που χρησιμοποιείται αρσενικό γένος, πάλι ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ, δεν υπάρχει καμία συνταγματική απαγόρευση για την εκλογή γυναίκας στην θέση του ΠτΔ.
Επομένως, το Σύνταγμα θεωρεί απλά ως πιθανό ο ΠτΔ να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, κάτι που αποτελεί ένα ισχυρό ενδεχόμενο, οπότε προβλέπει και τον αντίστοιχο τύπο του όρκου, χωρίς όμως να απαγορεύει να μην είναι και χωρίς να απαγορεύει το Σύνταγμα να δώσει ο ΠτΔ μια διαφορετική καθομολόγηση εφόσον το επιθυμεί, αφού η διάταξη δεν είναι ούτε επιτακτική, ούτε αποκλειστική, ούτε απαγορευτική αλλά εθιμοτυπικής, πανηγυρικής, διακηρυκτικής και, σε τελευταία ανάλυση, ενδεικτικής φύσεως.
Σε αντίθεση εξάλλου με άλλα πολιτεύματα, όπου ο αρχηγός του κράτους έχει και θρησκευτικά καθήκοντα (π.χ. η βασίλισσα της Αγγλίας είναι Defender of the Faith), στην Ελληνική Δημοκρατία ο ΠτΔ δεν έχει καμία απολύτως νομική σύνδεση με την επικρατούσα θρησκεία, πέραν βέβαια του ότι η δημόσια υπηρεσία της οποίας προϊσταται, η Προεδρία της Δημοκρατίας, οφείλει να τηρεί τις κατά νόμον επίσημες θρησκευτικές αργίες (τις οποίες βέβαια οι προηγούμενοι ΠτΔ συνήθως δεν τηρούσαν, αφού "δούλευαν" και στις αργίες, παριστάμενοι σε θρησκευτικές εκδηλώσεις κτλ). 
Αυτό σημαίνει ότι αν η κ. Σακελλαροπούλου ορκιστεί με πολιτικό ορκο, αυτό δεν θα έχει καμία έννομη συνέπεια στην ανάληψη των καθηκόντων της ως ΠτΔ, αλλά θα αποτελεί αυτονόητη ενάσκηση ατομικού δικαιώματος που δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική απαγόρευση, αντίθετα γνωρίζει ευρύτατα θεμελιωμένη συνταγματική έδραση σε σειρά συνταγματικών κανόνων, ευθέως και a contrario εφαρμοζομένων.
Η αναθεώρηση του άρθρου 33 παρ. 2 δεν θα ήταν κακή ιδέα για λόγους συνταγματικής συμπεριληπτικότητας. Δεν είναι όμως μια νομική προϋπόθεση για την συνταγματική νομιμότητα ενός πολιτικού όρκου από τον ΠτΔ.

The lips that speak the word

Sunday, January 26, 2020

Sermon for the third Sunday after Epiphany

One big criticism that we get from other criticism is that all of our public prayers are read from a book. They will say that, if we were praying from the heart, we would not need books at all! These Christians will use St Paul's words that the letter kills but the spirit gives life.

Are we right to defend our worship against this sort of accusation?

[PAUSE]

Well, first, let’s remember that when St Paul talks about the letter killing but the spirit giving life, he is talking about the Law and how we apply it. It is the spirit of the Law that makes it worth following otherwise all kinds of injustice follows if we just apply the letter of the law without due consideration. This is why the Lord says that the Sabbath is made for Man not Man for the Sabbath. Indeed, this is the point, the Sabbath, the Law and the Liturgy are made for Man, not the other way around.

But the words of our liturgy are very, very important.

Through the prophet Hosea, God calls people back from the worship of idols,

“O Israel, return unto the Lord thy God; for thou hast fallen by thine iniquity. Take with you words, and turn to the Lord: say unto him, ‘Take away all iniquity, and receive us graciously: so will we render the calves of our lips. Asshur shall not save us; we will not ride upon horses: neither will we say any more to the work of our hands, Ye are our gods: for in thee the fatherless findeth mercy.’”

We are to approach God with words and render the sacrifice of the “calves of our lips”. We are to approach God with words from the heart. It is through words that our covenant with God is made. It is through words that, when the priest says, “this is my Body”, the Lord Jesus Christ utters them and makes the sacrament happen. The words we say today join with the words that Christians have always said and these words join us with Christ.

We use words because we can do nothing else. No sacrifice will do to absolve us from our sins except the one perfect sacrifice of Our Lord upon the Cross. The words of our liturgy bring us to that sacrifice and make us part of it.

[PAUSE]

We say the words in common with our fellow Christians who stand around us and we find solidarity with them. We pray together; we worship together; we glorify God together. At least, we appear to do so. What if we’re just saying the words but our mind is elsewhere?

This is very common and it takes a disciplined mind to focus on what we are saying all the time and to mean every word. We should strive for that. What fixed liturgical prayer does for us is to form a scaffold on which our spirituality can develop and grow provided that we put the effort in. Our mind may wander off but it has something to come back to.

We must remember that we are trying to talk with God which is very difficult when the physical world around us distracts us from His presence. He forgives our distraction readily, but we do need to try and focus on what we are saying so that it comes from the heart as well as the lips.

[PAUSE]

We know that words are very powerful and we must use them with care. With our words we can affirm God or deny Him. With words we can build up our neighbour or destroy him. With words we can enter into a covenant with the Great Creator Who will give us His very self for our food.

Look at what happens when God the Father utters a Word.

Παραβιάζοντας τον GDPR: ο ΑΦΜ ως αριθμός ταυτότητας

Monday, January 20, 2020

Η κυβερνητική αυτοπεποίθηση ότι τα νομικά προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από την μετατροπή του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου σε ενιαίο αναγνωριστικό αριθμό ταυτότητας  μπορούν να λυθούν νομοθετικά προσκρούουν στις ίδιες τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων της Ε.Ε. Στο άρθρο 87 του ΓΚΠΔ ("Επεξεργασία του εθνικού αριθμού ταυτότητας") ορίζεται ότι τα κράτη μπορούν βέβαια να καθορίζουν "περαιτέρω" τις "ειδικές προϋποθέσεις" για την επεξεργασία εθνικού αριθμού ταυτότητας ή οποιοδήποτε άλλο αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας γενικής εφαρμογής, θέτοντας όμως ένα πολύ συγκεκριμένο εγγυητικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό είναι οι "δέουσες εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, δυνάμει του παρόντος κανονισμού". Όριο λοιπόν είναι ο ίδιος ο GDPR, τον οποίο το Κράτος οφείλει να εφαρμόσει απαρέγκλιτα, καθώς δεν δύναται να τον τροποποιήσει με την εθνική του νομοθεσία - και ευτυχώς!

Ο κανόνας της προστασίας δεδομένων που θίγεται εδώ είναι ο δεσμευτικά καθορισμένος σκοπός της επεξεργασίας δεδομένων: δεν μπορείς ένα στοιχείο που έχει παραχθεί για μια συγκεκριμένη αποστολή να το χρησιμοποιείς σε μεταγενέστερο χρόνο για σκοπό ασύμβατο προς αυτόν για τον οποίο έχει δημιουργηθεί. Η έκδοση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου ηεισήχθη ως υποχρέωση κάθε φυσικού προσώπου που φορολογείται στην Ελλάδα, με νόμο του 1997 για τους σκοπούς της φορολογικής διοίκησης. Άρα, η χρήση του για οποιονδήποτε εξωφορολογικό λόγο ειναι ασύμβατη με τον αρχικό σκοπό επεξεργασίας και συνεπώς τίθεται σοβαρότατο ζήτημα παραβίασης του άρθρο 5 παρ. 1 (β) του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Πέρα όμως από το ζήτημα επί της αρχής υπάρχει και ένα σοβαρό ζήτημα διακινδύνευσης. Ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ήδη έχει εγκατασταθεί ως κλειδί εισόδου σε μια μεγάλη σειρά συναλλαγών με την φορολογική διοίκηση, κατά τρόπον ώστε η περαιτέρω διεύρυνση της χρήσης και της αναφοράς του καθιστά εξαιρετικά επίνδυνη την εφαρμοή του. Αν κάποιος κακόβουλος γνωρίζει τον Α.Φ.Μ. σας, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο μπορεί να εκδώσει σε βάρος σας παράβολο Δημοσίου μέσω της σχετικής εφαρμογής διαδικτυακά και να σας καταστήσει υπεροφειλέτη του Δημοσίου. Εάν η χρήση του Α.Φ.Μ. γενικευθεί μέσω του δελτίου ταυτότητας, με αυτόν τον αριθμό θα ανοίγουν πολλές πόρτες, άσχετες με την φορολογική δραστηριότητα και έτσι η διοίκηση, αλλά ακόμη χειρότερα, ιδιώτες θα αποκτήσουν πρόσβαση σε δυσανάλογο όγκο δεδομένων. Δεν νοείται με τον Α.Φ.Μ. ένας ιδιωτικός υπάλληλος που εκδίδει ένα τιμολόγιο αντί να βλέπει μόνο τα φορολογικά δεδομένα να μπορεί να υπεισέρχεται για παράδειγμα σε πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλιση υγείας του ατόμου και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας την εν λόγω πρόσβαση να επεξεργάζεται τα δεδομένα για να προωθήσει άμεσα νέα ασφαλιστικά προγράμματα, ενώ ο ενδιαφερόμενος απλώς προσήλθε σε ένα εμπορικό κατάστημα για να προμηθευτεί μια ηλεκτρική συσκευή.

Ο παλαιότερος Ν.2472/1997 που ίσχυε μέχρι φέτος τον Αύγουστο όριζε ότι η διασύνδεση αρχείων που γίνεται με χρήση ενιαίου κωδικού αριθμού προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Το ίδιο και για τις περιπτώσεις που τα διασυνδεόμενα αρχεία περιλάμβαναν κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων π.χ. υγείας. Η διοίκηση πολύ συχνά θέλει να αξιοποιήσει την διαλειτουργικότητα για να κάνει τη δουλειά της, χωρίς να σέβεται πάντοτε την αρχή της αναλογικότητας και τα δικαιώματα των πολιτών. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το αίτημα πρόσβασης των υπηρεσιών έκδοσης αδειών οδήγησης με τα αρχεία των ψυχιατρικών ιδρυμάτων για να βρουν μήπως κάποιος υποψήφιος οδηγός είχε νοσηλευτεί, λες και η νοσηλεία αυτή είχε οποιαδήποτε σχέση από μόνη της με την οδηγική ικανότητα. Σε εκείνη την περίπτωση η Αρχή απαγόρευσε την διασύνδεση, ορθώς. Αν τώρα ο ενιαίος αριθμός ταυτότητας αποτελεί κλειδί για πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, θα είναι πολύ αργά εφόσον το μέτρο έχει ήδη εφαρμοστεί τεχνικά.  Άλλωστε ήδη το νέο θεσμικό πλαίσιο επιβάλλει την ελαχιστοποίηση της πρόσβασης κι όχι την υπερδιεύρυνσή της: η αρχή περί προστασίας δεδομένων εξ ορισμού και από τον σχεδιασμό (by default and by design) είναι διακριτός και αυτοτελής νομικός κανόνας πλέον και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει με μόνη την διαφορετική ρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας. 

Όλα αυτά για να είναι νόμιμα προϋοθέτουν όχι απλώς συμμόρφωση των πάντων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με τον ΓΚΠΔ για να αποτραπούν περιπτώσεις παραβιάσεων. Δεν νοούνται τέτοιοι σχεδιασμοί χωρίς προηγούμενη διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου όπως επιβάλλει το άρθρο 35 του ΓΚΠΔ για τις επεξεργασίες δεδομένων που ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους για τα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Κάθε υπεύθυνη υπουργική εξαγγελία θα πρέπει να συνοδεύεται από την μνεία για την ύπαρξη αντίστοιχης εκτίμησης αντικτύπου. Διότι ο GDPR είναι κουλτούρα, δεν είναι απλώς τήρηση διατάξεων.

Most Reading

Blog Archive

Blog Archive

Popular Posts