Powered by Blogger.
getLinks(); ?>

Μαθητής κερδίζει δικαστικά απαλλαγή από θρησκευτικά που του είχε απορρίψει 2 φορές το σχολείο του

Friday, January 31, 2020

Με σημερινή απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών σε υπόθεση μαθητή εναντίον του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ότι η απόρριψη των αιτημάτων των γονέων του για απαλλαγή του από το μαθημα των θρησκευτικών παραβιάζει την θρησκευτική του ελευθερία.
Πρόκειται για το 1ο Γενικό Λύκειο Γέρακα, στο οποίο οι γονείς του μαθητή είχαν υποβάλει τον Σεπτέμβριο αίτημα απαλλαγής χωρίς να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι Χ.Ο. Η αίτησή τους απορρίφθηκε και στην συνέχεια υπέβαλαν την υπεύθυνη δήλωση, με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αίτημα εκ νέου ως εκπρόθεσμο!
Εκπροσωπώντας τους γονείς και τον μαθητή ως πληρεξούσιος δικηγόρος, κατέθεσα κατά του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (το σχολείο δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα) αίτηση ακύρωσης των απορρίψεων στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και αίτηση αναστολής εκτέλεσης και έκδοσης προσωρινής διαταγής. Ενώ το αίτημα προσωρινής διαταγής απορρίφθηκε τον Νοέμβριο (ακατανόητο, κατά τη γνώμη μου, οπότε προσφύγαμε για τον λόγο αυτόν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων), τελικά, σήμερα, ενώ ο μαθητής υποχρεώθηκε επί 4 μήνες να παρακολουθεί θρησκευτικά, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε δεκτό το αίτημα της αναστολής και των δύο απορρίψεων του αιτήματος με το εξής σκεπτικό: 
"Επειδή, με το άρθρο 13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος (αρνητική μορφή της θρησκευτικής ελευθερίας), καθώς επίσης και το δικαίωμά του να μην αποκαλύπτει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με τις προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις, εκδηλώθηκε η άρνηση του Συλλόγου των διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα να απαλλάξουν τον τρίτο αιτούντα από τη διδασκαλία των θρησκευτικών, ενώ είχαν αιτηθεί την απαλλαγή αυτή οι γονείς του (1ος και 2η από τους αιτούντες), σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 25 παρ.3 της Υ.Α. 79942/ΓΔ4/21-5-2019 σε συνδυασμό με 12773/Δ2/23-1-2015 Εγκύκλιο του ΥΠΠΕΘ). Κατόπιν της άρνησης αυτής, ο τρίτος αιτών θα υποχρεωθεί να παρακολουθήσει το μάθημα των θρησκευτικών κατά το τρέχον σχολικό έτος και να συμμετέχει στις θρησκευτικές εκδηλώσεις του σχολείου (προσευχή, εκκλησιασμός), μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, γεγονός που θα του προκαλέσει βλάβη ανεπανόρθωτη σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ακύρωσης, λόγω της προσβολής του δικαιώματός του για θρησκευτική ελευθερία, κατά παράβαση του άρθρου 13 του Συντάγματος. Επειδή, όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων του Συλλόγου Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ***/8-11-2019 αίτησης ακύρωσης, που εκκρεμεί για συζήτηση. Ακόμη πρέπει να επιστραφεί στους αιτούντες το καταβληθέν παράβολο.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από τον πρώτο και δεύτερο από τους αιτούντες ως ασκούντες την επιμέλεια και γονική μέριμνα του ανήλικου υιού τους και τρίτου των αιτούντων.
Αναστέλλει στην εκτέλεση των με αριθμούς ***/27-9-2019 και ***/16-10-2019 πράξεων του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ***/8-11-2019 αίτησης ακύρωσης.
Διατάζει την επιστροφή του παραβόλου στους αιτούντες.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019 και εκδόθηκε στον ίδιο τόπο στις 31 Ιανουαρίου 2020."

Πολιτικός όρκος για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Monday, January 27, 2020

Διαφωνώ με την νομική άποψη ότι ο χριστιανικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας που αναφέρει το Σύνταγμα είναι υποχρεωτικός.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 33 παρ. 1 ορίζει ότι ο εκλεγόμενος ΠτΔ αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του από την επομένη της ημέρας που έληξε η θητεία του απερχόμενου Προέδρου και "σε όλες τις άλλες περιπτώσεις" (π.χ. θάνατος) από την επομένη της εκλογής του. 
Άρα η χρονική έναρξη των καθηκόντων ορίζεται συνταγματικά από συγκεκριμένο γεγονός (λήξη θητείας προηγούμενου ή έκλειψη προηγούμενου), χωρίς αυτή να εξαρτάται από την ορκωμοσία, η οποία ορίζεται στην παρ. 2 μόνο ως τελετουργική διαδικασία και όχι ως όρος του ενεργού. Συγκεκριμένα η παρ. 2 αναφέρει ότι ο ΠτΔ πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του δίνει ενώπιον της Βουλής τον ακόλουθο όρκο:
"Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω (sic) την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού". 
Καμία έννομη συνέπεια δεν προβλέπει το Σύνταγμα, εάν δεν τηρηθεί αυτό το τελετουργικό: δεν είναι όπως ο όρκος που πρέπει να δώσει ένας μάρτυρας στο δικαστήριο, χωρίς τον οποίο δεν νοείται καν η κατάθεσή του ως μαρτυρική και χωρίς την νομοτυπική πρόβλεψη του οποίου δεν νοείται καν όρκος. Ο όρκος του ΠτΔ είναι ρυθμισμένη εθιμοτυπία και όχι νομική διαδικαστική προϋπόθεση. 
Σε αυτό το συμπέρασμα συντείνει το γεγονός ότι τα προσόντα για την εκλογή του ΠτΔ ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 31 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκλεγεί όποιος:
α) είναι Έλληνας πολίτης πριν από πέντε τουλάχιστον έτη,
β) έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή,
γ) έχει συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας και
δ) έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.
Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για το θρήσκευμα, το οποίο σημαίνει ότι το Σύνταγμα δεν θέτει ως προϋπόθεση να ανήκει ο ΠτΔ σε συγκεκριμένο θρήσκευμα. Εδώ δέχεται και το ενδεχόμενο ο ΠτΔ να ΜΗΝ ήταν έλληνας πολίτης πριν από έξι (6) χρόνια! Επίσης, παρόλο που χρησιμοποιείται αρσενικό γένος, πάλι ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ, δεν υπάρχει καμία συνταγματική απαγόρευση για την εκλογή γυναίκας στην θέση του ΠτΔ.
Επομένως, το Σύνταγμα θεωρεί απλά ως πιθανό ο ΠτΔ να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, κάτι που αποτελεί ένα ισχυρό ενδεχόμενο, οπότε προβλέπει και τον αντίστοιχο τύπο του όρκου, χωρίς όμως να απαγορεύει να μην είναι και χωρίς να απαγορεύει το Σύνταγμα να δώσει ο ΠτΔ μια διαφορετική καθομολόγηση εφόσον το επιθυμεί, αφού η διάταξη δεν είναι ούτε επιτακτική, ούτε αποκλειστική, ούτε απαγορευτική αλλά εθιμοτυπικής, πανηγυρικής, διακηρυκτικής και, σε τελευταία ανάλυση, ενδεικτικής φύσεως.
Σε αντίθεση εξάλλου με άλλα πολιτεύματα, όπου ο αρχηγός του κράτους έχει και θρησκευτικά καθήκοντα (π.χ. η βασίλισσα της Αγγλίας είναι Defender of the Faith), στην Ελληνική Δημοκρατία ο ΠτΔ δεν έχει καμία απολύτως νομική σύνδεση με την επικρατούσα θρησκεία, πέραν βέβαια του ότι η δημόσια υπηρεσία της οποίας προϊσταται, η Προεδρία της Δημοκρατίας, οφείλει να τηρεί τις κατά νόμον επίσημες θρησκευτικές αργίες (τις οποίες βέβαια οι προηγούμενοι ΠτΔ συνήθως δεν τηρούσαν, αφού "δούλευαν" και στις αργίες, παριστάμενοι σε θρησκευτικές εκδηλώσεις κτλ). 
Αυτό σημαίνει ότι αν η κ. Σακελλαροπούλου ορκιστεί με πολιτικό ορκο, αυτό δεν θα έχει καμία έννομη συνέπεια στην ανάληψη των καθηκόντων της ως ΠτΔ, αλλά θα αποτελεί αυτονόητη ενάσκηση ατομικού δικαιώματος που δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική απαγόρευση, αντίθετα γνωρίζει ευρύτατα θεμελιωμένη συνταγματική έδραση σε σειρά συνταγματικών κανόνων, ευθέως και a contrario εφαρμοζομένων.
Η αναθεώρηση του άρθρου 33 παρ. 2 δεν θα ήταν κακή ιδέα για λόγους συνταγματικής συμπεριληπτικότητας. Δεν είναι όμως μια νομική προϋπόθεση για την συνταγματική νομιμότητα ενός πολιτικού όρκου από τον ΠτΔ.

The lips that speak the word

Sunday, January 26, 2020

Sermon for the third Sunday after Epiphany

One big criticism that we get from other criticism is that all of our public prayers are read from a book. They will say that, if we were praying from the heart, we would not need books at all! These Christians will use St Paul's words that the letter kills but the spirit gives life.

Are we right to defend our worship against this sort of accusation?

[PAUSE]

Well, first, let’s remember that when St Paul talks about the letter killing but the spirit giving life, he is talking about the Law and how we apply it. It is the spirit of the Law that makes it worth following otherwise all kinds of injustice follows if we just apply the letter of the law without due consideration. This is why the Lord says that the Sabbath is made for Man not Man for the Sabbath. Indeed, this is the point, the Sabbath, the Law and the Liturgy are made for Man, not the other way around.

But the words of our liturgy are very, very important.

Through the prophet Hosea, God calls people back from the worship of idols,

“O Israel, return unto the Lord thy God; for thou hast fallen by thine iniquity. Take with you words, and turn to the Lord: say unto him, ‘Take away all iniquity, and receive us graciously: so will we render the calves of our lips. Asshur shall not save us; we will not ride upon horses: neither will we say any more to the work of our hands, Ye are our gods: for in thee the fatherless findeth mercy.’”

We are to approach God with words and render the sacrifice of the “calves of our lips”. We are to approach God with words from the heart. It is through words that our covenant with God is made. It is through words that, when the priest says, “this is my Body”, the Lord Jesus Christ utters them and makes the sacrament happen. The words we say today join with the words that Christians have always said and these words join us with Christ.

We use words because we can do nothing else. No sacrifice will do to absolve us from our sins except the one perfect sacrifice of Our Lord upon the Cross. The words of our liturgy bring us to that sacrifice and make us part of it.

[PAUSE]

We say the words in common with our fellow Christians who stand around us and we find solidarity with them. We pray together; we worship together; we glorify God together. At least, we appear to do so. What if we’re just saying the words but our mind is elsewhere?

This is very common and it takes a disciplined mind to focus on what we are saying all the time and to mean every word. We should strive for that. What fixed liturgical prayer does for us is to form a scaffold on which our spirituality can develop and grow provided that we put the effort in. Our mind may wander off but it has something to come back to.

We must remember that we are trying to talk with God which is very difficult when the physical world around us distracts us from His presence. He forgives our distraction readily, but we do need to try and focus on what we are saying so that it comes from the heart as well as the lips.

[PAUSE]

We know that words are very powerful and we must use them with care. With our words we can affirm God or deny Him. With words we can build up our neighbour or destroy him. With words we can enter into a covenant with the Great Creator Who will give us His very self for our food.

Look at what happens when God the Father utters a Word.

Παραβιάζοντας τον GDPR: ο ΑΦΜ ως αριθμός ταυτότητας

Monday, January 20, 2020

Η κυβερνητική αυτοπεποίθηση ότι τα νομικά προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από την μετατροπή του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου σε ενιαίο αναγνωριστικό αριθμό ταυτότητας  μπορούν να λυθούν νομοθετικά προσκρούουν στις ίδιες τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων της Ε.Ε. Στο άρθρο 87 του ΓΚΠΔ ("Επεξεργασία του εθνικού αριθμού ταυτότητας") ορίζεται ότι τα κράτη μπορούν βέβαια να καθορίζουν "περαιτέρω" τις "ειδικές προϋποθέσεις" για την επεξεργασία εθνικού αριθμού ταυτότητας ή οποιοδήποτε άλλο αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας γενικής εφαρμογής, θέτοντας όμως ένα πολύ συγκεκριμένο εγγυητικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό είναι οι "δέουσες εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, δυνάμει του παρόντος κανονισμού". Όριο λοιπόν είναι ο ίδιος ο GDPR, τον οποίο το Κράτος οφείλει να εφαρμόσει απαρέγκλιτα, καθώς δεν δύναται να τον τροποποιήσει με την εθνική του νομοθεσία - και ευτυχώς!

Ο κανόνας της προστασίας δεδομένων που θίγεται εδώ είναι ο δεσμευτικά καθορισμένος σκοπός της επεξεργασίας δεδομένων: δεν μπορείς ένα στοιχείο που έχει παραχθεί για μια συγκεκριμένη αποστολή να το χρησιμοποιείς σε μεταγενέστερο χρόνο για σκοπό ασύμβατο προς αυτόν για τον οποίο έχει δημιουργηθεί. Η έκδοση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου ηεισήχθη ως υποχρέωση κάθε φυσικού προσώπου που φορολογείται στην Ελλάδα, με νόμο του 1997 για τους σκοπούς της φορολογικής διοίκησης. Άρα, η χρήση του για οποιονδήποτε εξωφορολογικό λόγο ειναι ασύμβατη με τον αρχικό σκοπό επεξεργασίας και συνεπώς τίθεται σοβαρότατο ζήτημα παραβίασης του άρθρο 5 παρ. 1 (β) του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Πέρα όμως από το ζήτημα επί της αρχής υπάρχει και ένα σοβαρό ζήτημα διακινδύνευσης. Ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ήδη έχει εγκατασταθεί ως κλειδί εισόδου σε μια μεγάλη σειρά συναλλαγών με την φορολογική διοίκηση, κατά τρόπον ώστε η περαιτέρω διεύρυνση της χρήσης και της αναφοράς του καθιστά εξαιρετικά επίνδυνη την εφαρμοή του. Αν κάποιος κακόβουλος γνωρίζει τον Α.Φ.Μ. σας, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο μπορεί να εκδώσει σε βάρος σας παράβολο Δημοσίου μέσω της σχετικής εφαρμογής διαδικτυακά και να σας καταστήσει υπεροφειλέτη του Δημοσίου. Εάν η χρήση του Α.Φ.Μ. γενικευθεί μέσω του δελτίου ταυτότητας, με αυτόν τον αριθμό θα ανοίγουν πολλές πόρτες, άσχετες με την φορολογική δραστηριότητα και έτσι η διοίκηση, αλλά ακόμη χειρότερα, ιδιώτες θα αποκτήσουν πρόσβαση σε δυσανάλογο όγκο δεδομένων. Δεν νοείται με τον Α.Φ.Μ. ένας ιδιωτικός υπάλληλος που εκδίδει ένα τιμολόγιο αντί να βλέπει μόνο τα φορολογικά δεδομένα να μπορεί να υπεισέρχεται για παράδειγμα σε πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλιση υγείας του ατόμου και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας την εν λόγω πρόσβαση να επεξεργάζεται τα δεδομένα για να προωθήσει άμεσα νέα ασφαλιστικά προγράμματα, ενώ ο ενδιαφερόμενος απλώς προσήλθε σε ένα εμπορικό κατάστημα για να προμηθευτεί μια ηλεκτρική συσκευή.

Ο παλαιότερος Ν.2472/1997 που ίσχυε μέχρι φέτος τον Αύγουστο όριζε ότι η διασύνδεση αρχείων που γίνεται με χρήση ενιαίου κωδικού αριθμού προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Το ίδιο και για τις περιπτώσεις που τα διασυνδεόμενα αρχεία περιλάμβαναν κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων π.χ. υγείας. Η διοίκηση πολύ συχνά θέλει να αξιοποιήσει την διαλειτουργικότητα για να κάνει τη δουλειά της, χωρίς να σέβεται πάντοτε την αρχή της αναλογικότητας και τα δικαιώματα των πολιτών. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το αίτημα πρόσβασης των υπηρεσιών έκδοσης αδειών οδήγησης με τα αρχεία των ψυχιατρικών ιδρυμάτων για να βρουν μήπως κάποιος υποψήφιος οδηγός είχε νοσηλευτεί, λες και η νοσηλεία αυτή είχε οποιαδήποτε σχέση από μόνη της με την οδηγική ικανότητα. Σε εκείνη την περίπτωση η Αρχή απαγόρευσε την διασύνδεση, ορθώς. Αν τώρα ο ενιαίος αριθμός ταυτότητας αποτελεί κλειδί για πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, θα είναι πολύ αργά εφόσον το μέτρο έχει ήδη εφαρμοστεί τεχνικά.  Άλλωστε ήδη το νέο θεσμικό πλαίσιο επιβάλλει την ελαχιστοποίηση της πρόσβασης κι όχι την υπερδιεύρυνσή της: η αρχή περί προστασίας δεδομένων εξ ορισμού και από τον σχεδιασμό (by default and by design) είναι διακριτός και αυτοτελής νομικός κανόνας πλέον και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει με μόνη την διαφορετική ρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας. 

Όλα αυτά για να είναι νόμιμα προϋοθέτουν όχι απλώς συμμόρφωση των πάντων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με τον ΓΚΠΔ για να αποτραπούν περιπτώσεις παραβιάσεων. Δεν νοούνται τέτοιοι σχεδιασμοί χωρίς προηγούμενη διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου όπως επιβάλλει το άρθρο 35 του ΓΚΠΔ για τις επεξεργασίες δεδομένων που ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους για τα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Κάθε υπεύθυνη υπουργική εξαγγελία θα πρέπει να συνοδεύεται από την μνεία για την ύπαρξη αντίστοιχης εκτίμησης αντικτύπου. Διότι ο GDPR είναι κουλτούρα, δεν είναι απλώς τήρηση διατάξεων.

Tweeting the Gospel?

Sunday, January 19, 2020

Sermon for the second Sunday after Epiphany

That’s a very strange response to an introduction.

St Philip comes up to Jesus and says, “Lord, Andrew says there are some Greeks outside who would like to see you.”

And Jesus does not say, “bring them in, please Philip.” He does not say, “do you know what they want?” Nor does He say, “tell them to go away.” Rather He starts talking about His impending crucifixion. It all seems a bit like answering the doorbell by saying, “I’m going to die, shortly!”

How might the Greeks react?

[PAUSE]

In order to understand why Our Lord responds in such a peculiar fashion, we have to look at who these Greeks are. Jerusalem is a very cosmopolitan place in which many people from all over the Roman Empire come for various reasons. We have already witnessed Our Lord’s triumphal entry into Jerusalem riding on a donkey which has clearly raised up interest among the crowds gathering for the Passover. It is very probable that these Greeks are either converts to Judaism or that they are considering the possibility of becoming Jews. In seeing Jesus arrive into Jerusalem in such a fashion, they clearly want to know Who He is and why this has happened.

And they are Greeks. This means that they are not just Gentiles by birth but they are people renowned for their thinking. They are interested in what Jesus has to say and intend to weigh Him up by His words and teaching.

That should make a lot of sense to us. In a General Election, we are faced with a number of candidates to choose from. Surely, it makes sense to make an informed choice based on what the candidates produce in their speeches and in their campaign literature. It becomes a matter, then, of choosing the candidate whose policies we like the best or, in most cases, the policies we dislike the least.

This is how people approach their religion, too. They try to find the religion that best suits them and go for that. We see many people today taking little bits from one religion and little bits from another. Why? Because they choose the bits that suit their own spirituality as they understand it.

 [PAUSE]

There are fewer and fewer practising Christians in the West and, yet, still Christmas, Easter, St Valentine’s Day and Halloween are still popular festivals. Non-Christians still enjoy Nativity plays, Easter Egg hunts, and nice cosy messages of love. Many reject the Christian Faith and they do so because it does not meet with their spirituality or their worldview. They have their own spirituality and their mind is made up.

In making up their minds, they have begun a process that hardens their hearts. Our Lord quotes the prophet Isaiah and tells those around him that God “hath blinded their eyes, and hardened their heart; that they should not see with their eyes, nor understand with their heart, and be converted, and I should heal them.”

Just as God has ordained that things fall when we drop them, and that electricity flows when we switch on the plug, so this hardening of the heart is a consequence of the unbeliever’s choice which follows the pattern that God has set. Once the heart is hardened, then the voice of God will sound only like a rumble of thunder.

[PAUSE]

The Greeks think that Jesus will give them words of wisdom which they can take away with them to do with what they will. They want a soundbite – a tweet! Something to make them feel warm and fuzzy. The only thing that He will give them is the Cross and the sign of Jonah. The Greeks want wisdom and Jesus will only show them His agony, dangling on an instrument of torture.

Our Lord’s teaching is bound up in His actions and cannot be separated. Christmas Day, Easter Day, St Valentine’s Day, Halloween, all have any meaning because of the Cross. The Cross is the centre of Christian teaching and, if we diminish its importance, then we diminish Our Lord, and we diminish His Resurrection.

And yet, if we embrace the Cross fully, truly and humbly in full recognition of Our Lord’s love for us, then we will hear the voice of God speaking to us and His Word will be of infinitely greater worth and comfort than any warm, fuzzy, inspirational message found in a tweet.

Ιδιωτικά πανεπιστήμια χωρίς αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος

Thursday, January 16, 2020

Η ματαίωση της τελευταίας απόπειρας αναθεώρησης του άρθρου 16 που επιβάλλει τον δημόσιο χαρακτήρα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μεταθέτει στις καλένδες την νομική δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού μεταξύ δύο αναθεωρήσεων μεσολαβούν υποχρεωτικά πολλά χρόνια.
Είναι όμως όντως τόσο άκαμπτο το Σύνταγμα; Επιβάλλει με τόσο απερίφραστο τρόπο την απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων;
Στο άρθρο 16 παρ. 5 αναφέρεται: "Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση." Δηλαδή το Σύνταγμα επιβάλλει την αποκλειστικότητα στην νομική μορφή, το νομικό κέλυφος των ιδρυμάτων. Δεν μπορούν να είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αυτό είναι όλο.
Πιο κάτω, η ίδια παράγραφος λέει "Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους". 
Η κρατική εποπτεία δεν σημαίνει και αποκλειστικά κρατική ιδιοκτησία, όπως μας δίδαξε το προηγούμενο του αντίστοιχου "άμεσου ελέγχου του Κράτους" επί της ραδιοτηλεόρασης που προβλέπεται στο άρθρο 15 του Συντάγματος. Κάποτε, στην δεκαετία του 1980, οι συνταγματολόγοι έλεγαν ότι ο όρος "άμεσος έλεγχος" σήμαινε συνταγματική απαγόρευση των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Το θέμα λύθηκα με την ίδρυση του ΕΣΡ που ασκεί τον άμεσο έλεγχο κι επομένως μπορείς εκτός από την ΕΡΤ να έχεις και ιδιωτική ραδιοτηλεόραση με άμεσο κρατικό έλεγχο. Έλεγχος και εποπτεία είναι όροι διακριτοί από την ιδιοκτησία και τον επιχειρημαστικό κίνδυνο.
Άλλωστε, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν, κατά την διατύπωση του Συντάγματος "δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά" από το Κράτος. Δικαίωμα λοιπόν, όχι υποχρέωση! Αν δεν επιθυμούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, μπορούν να ενισχύονται οικονομικά και από ιδιώτες. Μπορούν να ελέγχονται οικονομικά από ιδιώτες. Να ανήκουν επιχειρηματικά σε ιδιώτες.
Άρα, η μόνη σκληρή ρύθμιση του άρθρου 16 του Συντάγματος αφορά την νομοτυπική μορφή των πανεπιστημίων ως "ν.π.δ.δ.". Κάτι το οποίο μπορεί να ξεπεραστεί με έναν νόμο που θα ορίζει το απλούστατο: ότι ο ιδιώτης που θέλει να ιδρύσει ένα πανεπιστήμιο μπορεί να υποβάλει μια αίτηση προς το κράτος (με διάφορα αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια), ώστε το κράτος στη συνέχεια να ιδρύει το ν.π.δ.δ. που θα χρηματοδοτεί αποκλειστικά ο ιδιώτης και στη συνέχεια όλα τα υπόλοιπα θα γίνονται κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος: αυτοδιοίκητο, οργανισμός, λειτουργία σύμφωνα με τον νόμο.
Δεν είναι παράλογο να ιδρύσει το κράτος το νομικό κέλυφος: αυτό ισχύει εξάλλου και για την σύσταση ιδρύματος, ενός ν.π.ι.δ. που ιδρύεται με πολιτειακή πράξη δηλαδή με προεδρικό διάταγμα παρόλο που είναι 100% ιδιωτικό. 
Αν θέλει ο νομοθέτης μπορεί με αυτόν τον τρόπο να επανανοηματοδοτήσει τόσο την έννοια του ν.π.δ.δ., όσο και την έννοια της κρατικής εποπτείας και του "δικαιώματος" χρηματοδότησης των ΑΕΙ από το κράτος, απαγκιστρώνοντάς το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης από την μη αναθεωρήσιμη διάταξη του πελατειακού άρθρου 16.

Haunted Churches?

Sunday, January 12, 2020

Sermon for the first Sunday after Epiphany

It has been said that the British Isles are the most haunted place on Earth. Whether or not that’s true, people find that some of the creepiest places are ancient churches and the ruins of abbeys. There’s almost an expectation to see some apparition wandering about through the ancient stones. Why are churches so creepy, especially at night? Surely a church is supposed to be a holy place?

[PAUSE]

Christians are required to believe in ghosts – no, not the sheet-waving, chain-clanking spectres of classic fiction. We believe in the Holy Ghost which means that we are meant to believe in at least one spirit. What does this mean?

Our Lord says, “God is a Spirit: and they that worship Him must worship Him in spirit and in truth.” The image that we have to dispel is that God is like the ghosts that appear in stories. God is a spirit. He does not have a body; He cannot be seen; He is like the wind which blows and we feel its effects. Clearly, Jesus is talking of the Holy Ghost here, after all, Jesus is not a spirit. He has a body; He can be seen and we can touch Him.

In saying this, Jesus is challenging an error that has persisted throughout human history: that God has a place on earth in which He dwells. The Jews and Samaritans have been arguing about where to worship God for a long time and the question has divided the people of God. In calling God a spirit, Jesus is saying that God is like the air we breathe which is always here but noticeable when it moves. You can’t say that the air is over here but not over there.

Jesus is also saying that there is more to our life than just physical matter and this is where we are now. So many people say that there is nothing beyond what we can see, hear, touch, taste or smell. They will say that when you’re dead, you’re dead and that’s it. They don’t believe in ghosts. Others believe that their gods are physical objects. This is why some people worship idols: they are the gods that can be seen. Yet, we are not to worship a god made of matter. We are to worship God in spirit and we are to worship Him in truth. Spirits truly exist.

But Jesus is saying something more.

[PAUSE]

Jesus always refers to God as His Father and that He is to be worshipped, so we worship God the Father. Jesus says that we must worship God in spirit, so the Holy Spirit is indeed God. Jesus says that we must worship God in truth, and Jesus calls Himself the Truth, so Jesus must also be God. Here, in this time of Epiphany, the Holy Trinity is seen again in the words of the Lord Jesus Christ even as the Holy Trinity was revealed at His Baptism in the river Jordan. There are three Persons but One God. This cannot happen with things that are made of matter. God is a spirit and we must worship Him in spirit and in truth.

Does this mean we have to worship Him in His spirit or with our spirits?

[PAUSE]

The answer is both. We are beings with a spirit, too, because we live and breathe, and we are conscious. We are not mere matter, but an inseparable mix of body and spirit. Take one away and we cease to be human. We are not to see ourselves as biological machines but as beings that reflect God Himself in our spirit and in our body, just as Our Lord Jesus Christ is both human and divine. Because we have a spirit, we must respect our bodies and keep them fit for the service of God. Because we have a body, we must curb its appetites so that we take care of our spirits.

[PAUSE]

Why are churches so creepy? Are they haunted? It is more likely that in an old church building, we become aware of the presence of the spirit of God moving just as the cold draughts move around the building. God is everywhere, but we feel His presence more keenly in holy places, none more so than in the Sacrament of the altar. In a holy church, we have nothing to fear for it is the presence of the spirit of God who challenges our pre-occupation with being physical things. It is when we are unnerved by things beyond our understanding that we remember our duty and kneel before the Spirit of God in worship.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικός

Saturday, January 11, 2020

Θεωρώ ακραία ανιστόρητο τον αφορισμό "διακοσμητικός" για τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο θεσμός του ρυθμιστή του πολιτεύματος είναι ατόφιο γέννημα της εγκαθίδρυσης της αρχής της δεδηλωμένης. Η αρχή αυτή ενταφιάζει την προνομία του μονάρχη να διαλύει την Βουλή, δηλαδή να διορίζει την κυβέρνηση που ο ίδιος επιθυμεί, ανεξάρτητα από την λαϊκή βούληση. 
Φαίνεται ότι ακόμη και σήμερα δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι η κακοδαιμονία της εμπλοκής του ανώτατου άρχοντα στην διαχείριση της πολιτικής ύλης ήταν εκείνη που καθιστούσε διακοσμητική την συμμετοχή των εκλογέων στην διαμόρφωση της κυβέρνησης. Η παλιά συνταγματική διάταξη που όριζε ότι "ο βασιλεύς διορίζει και παύει τους υπουργούς αυτού", ανεξάρτητα από την λαϊκή ετυμηγορία και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τερματίστηκε αρχικά με μεταβολή του νοήματος του συντάγματος χωρίς καν αυτό να αναθεωρηθεί. Οι παραβιάσεις όμως αυτής της αρχής ήταν τελικά που κόστισαν στον μονάρχη και το στέμμα του, την τελευταία φορά που ήθελε να εμπλακεί στην διαμόρφωση της σύνθεσης της κυβέρνησης.
Αυτό που κάποτε ονομάστηκε "υπερεξουσίες" του ΠτΔ ήταν οι τελευταίες επιβιώσεις τέτοιων διατάξεων περί παρέμβασης στην πολιτική ζωή, όπως η διάλυση της Βουλής όχι λόγω απώλειας της δεδηλωμένης αλλά "δυσαρμονίας προς την λαϊκή βούληση", δηλαδή μια προσωπική ερμηνεία του προέδρου για το τι θέλει ο λαός! Στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα όμως, το τι θέλει και κυρίως το τι δεν θέλει ο λαός είναι αντικείμενο ενδοκοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην πλειοψηφία και στην αντιπολίτευση. Δεν είναι αντιπαράθεση ηγετών πίσω από κλειστές πόρτες. Ο κοινοβουλευτικός διάλογος είναι η κορωνίδα του πολιτεύματος ακριβώς επειδή ως θεμελιώδες συστατικό του είναι ο δημόσιος χαρακτήρας του. 
Στην εποχή μας, παρεμβάσεις του ΠτΔ στην σύνθεση της Κυβέρνησης είναι φυσικά αδιανόητες και αυτό που θεωρείται "παρέμβαση" είναι τα διάφορα "ηχηρά μηνύματα" και οι δημόσιες δηλώσεις των προέδρων της δημοκρατίας που επιχειρούν να διαδραματίσουν ένα ενωτικό ρόλο εκεί που δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη στην πραγματικότητα. Υπάρχουν κράτη στα οποία όντως ο αρχηγός του κράτους είναι ο μόνος κοινός θεσμός για όλους τους πολίτες, όπως συμβαίνει για χώρες με πολλά κοινοβούλια, πολλούς πρωθυπουργούς κτλ. Στην Ελλάδα όμως; Έχουμε προβλήματα εθνικής ενότητας; Πραγματικά, δεν το νομίζω.
Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικός, ούτε συμβολικός, ενωτικός, εθνεγερτικός ή εθνικοαπελευθερωτικός. Είναι εγγυητικός. Αυτό το στοιχείο στο οποίο πρέπει να εστιάσουν όσοι θα αποφασίσουν για το πρόσωπο.

Thinking about “Thinking about conservative Christianity and divisions”

Wednesday, January 8, 2020

I came across this article by the retired CofE priest Stephen Parsons whom I have mentioned before here. Mr Parsons has been a voice for those who have suffered much abuse at the hands of disgraced ministers such as John Smythe and Peter Ball from the Evangelical and Catholic wings of the CofE respectively, and the institutional covers-up that these two abusers have relied upon to continue their work. I am conscious that when he writes, he does so with much compassion for those who have suffered much. In this piece, however, he does display a deeply unfortunate passion for the Liberal Agenda and thus, in my mind at least, undermines his compassion for those who are abused.

I have said very clearly that I believe that the Liberal Agenda is not properly Christian and I have given my reasons. This is something that I have to argue with my friends and family. I do think that the more I see of the Liberal Agenda eating its way through the Established Church and consuming good ministers and worshippers, the more I am convinced that this is a pernicious evil perpetrated to tear people from the loving arms of their Creator. I may be wrong, I must accept that, but this conviction has been growing faster and faster the more I see posts such as Mr Parsons’.

Mr Parsons’ main focus in this article is against conservative Christians, and it seems that, by this, he is concentrating on the conservative Evangelicals. The trouble is that there are conservative Catholics too and it is speaking against us that his arguments do unravel.

We do share many points of agreement. It is true to say that some conservative Christians reject “many of the achievements of two hundred years of scientific research.” There are many who, like the Westborough Baptist Church, scream out their hatred of homosexuals and proclaim God’s approval of their hatred despite this being so very much against the commandments of God. 
As a conservative Anglican Catholic, I accept very many of the findings of Science but I put them in their proper place as discoveries about Creation in itself. Yet, I do not believe that Science is a source of theological authority. Human beings may indeed be compared with the beasts that perish and that is how Science treats us. Scientific studies of the brain produce insights into the biological mechanism that is our body and gives ways of treating disorders, but it still misses out on the existence of the mind, of subjective consciousness and even something as simple as conservation of existence, i.e. why we should continue to be at any given moment. In that Science can be done by the complete rejection of God, we must question its role as being able to contribute anything theologically meaningful. We need God’s self-revelation in order to do anything theological. This means, if we want to believe in God, we have to have something definitive that tells us Who He Is.

And we have just that. Aside from the philosophical “proofs” of the Existence of God, we have the existence of Jesus Christ as a Historical Fact. We have the writings of the Evangelists in which modern scholarship is in agreement with the scholarship of the past that these Gospels are eye-witness testimony to the Life, Death, Resurrection and Teaching of Our Lord which have been passed down through the centuries in a myriad manuscripts copied faithfully from the First Century. That only tiny, non-doctrinal differences occur in these many, many manuscripts shows not only their reliability but, also, the importance that each scribe placed upon these words in order to get them right. So we have the Gospels. And we have the writings that came out of these from St Paul, St John, St Peter, St James and St Jude. We have Jesus, the good Jew, quoting the Hebrew Canon thus giving Christian weight to the Hebrew Scriptures. We have that writings of those who knew Jesus, who knew the apostles and those who read them and listened and wrote about them. We have those great arguments, the Councils in which those arguments were framed and settled. And we have the first millennium in which the Church, though always teetering on the edge of schism was largely in agreement about the Doctrine of Christ that it received.

In short, Conservative Christianity has already thought about, mulled over, and reached clear decisions about things and any of us can read these deliberations to this day. We simply do not need to re-invent the wheel. It is also why Conservative Catholics are in closer agreement to each other than many Evangelicals who do indeed seem to want to re-invent the wheel every time they split.

Thus, Mr Parsons is deeply wrong when he says, “The idea that even the words of Scripture do not give us certainties is very threatening to many conservative Christians.” The idea does not threaten us: it does not make sense to us. I really do not think Mr Parsons has actually thought about Conservative Christians at all. Perhaps he cannot: perhaps he and I have no real language in common with which to come to any theological agreement.

My real issue with Mr Parsons is his lack of Faith and how he is willing to put forward a fear-mongering of his own through a tyranny of whim and emotion whilst trying to undermine the very thing by which Christians know they are saved. Faith is about cultivating something as a certainty even in the face of doubt. We conservatives believe that God exists and cling to that based on the evidence that we have which must be the theological evidence that we have received. For conservative Anglican Catholics, this evidence is Holy Scripture, Holy Tradition, Holy Reason, each being the foundation of the next. This is faith, and it is faith in God through our Lord Jesus Christ. It is a stumbling block to the Jews and foolishness to the Greeks and, clearly threatening to the liberals.
Yes. Salvation is indeed a work in progress, but the immutability of Christian Doctrine provides the rod by which my progress in holiness can be measured. We are not “once-saved, always saved,” there is no single moment of conversion. But while we rehearse our formulae, we move along the groove in a record towards the centre that is Christ, not around and around in circles as perhaps Mr Parsons thinks we live.

The truths of Science are horizontal and limited to the 11 dimensions (or whatever it is now) of physical reality and they do not touch upon the real issues of life and death. Science does not give us our morality: it tells us how different patterns of behaviour work through various Game Theoretic methods. Where then does Mr Parsons get the belief that the Church should be “liberal, inclusive and open to the findings of scientific research” especially when “liberal” seems to mean “willing to reject what God commands”, “inclusive” seems to mean “rejecting the notion of sin”, and “open to the findings of scientific research” seems to mean “accepting an authority which cannot make any theological or moral statement”? If the liberal believes that the Bible is not authoritative then why bother with the commandment to love one’s neighbour? Or why not reinterpret “love” to mean whatever you want. Actually, that is indeed what seems to be happening given ECUSA Bishop Michael Curry’s equivocating sermon at the recent Royal Wedding.

In praising the integrity of human nature to be spiritual and creative, Mr Parsons seems not to see that there is this business of sin infecting human nature and both common sense and basic psychology are just as infected aspects of our humanity as anything else. Of all people, he should know how sin destroys lives as he bears witness to it often enough. The reason that Smythe and Ball are exposed is because there is a firm, immutable standard against which they fall short and are seen to fall short. The same is true for the Westborough Baptist Church: they are seen to promote evil because they disobey one of the Lord’s Commandments very obviously. The fact of the matter is that human beings have fallen; they sin; they are sinned against; they sin because they are sinned against and they are sinned against because they sin. If there is no fixed moral compass then sin goes away and all this suffering is irrelevant.

If we try to save ourselves then we fall into the Pelagianism that was condemned by the Early Church. For Mr Parsons, that Pelagianism is expressed when he says, “Does what you believe enrich your life, enable you to flourish as a human being and bring you into touch with a God who gives you hope, love and joy?” whereby we become responsible in telling God how we want to flourish. I see little flourishing of the children slaughtered by Herod. I see little flourishing of St Paul languishing in prison. I see little flourishing of people dying in dark prisons for their faith, for the very certainty, the very conviction of the Faith that Mr Parsons believes “allows absolutely no scope for disagreement or doubt”. In fact, I see in what Mr Parsons says nothing that values the witness of the countless millions who have suffered for the Faith that the Liberal Agenda wants us to hold back on the grounds that we have more to learn about God from sources that are fundamentally opposed to God, such as Scientific Materialism, Freudian Psychology and Cultural Marxism. The Liberal Agenda robs the martyrs of their dignity and robs us of the possibility of being martyrs in our own way.

I am sure that Mr Parsons would agree that the one common theme that characterises the human condition is struggle. We have to struggle with God in order to realise that we should not want to be the people that we want to be, but rather the person that God wants us to be. That means a denial of worldly thinking. It means a denial of the social expectations of political correctness, of the language of entitlement and diversity, of sexual freedom. Sex may be a gift from God but it is not a right, nor is it always a gift that can be exercised. Our Lord suffers because we have to suffer. He did not have to suffer given His omnipotence, but He clearly feels that it is necessary to suffer because of the reality of our own pains. We have to do things God’s way and this means our life becomes that of service to the Gospel in order to proclaim the freedom that is coming in the morning. For the conservative Christian, nothing is more apparent than the fact that we are passing through this life. Mr Parsons would want us to settle down and be comfortable in this life on the grounds that it is psychologically better for us.

If conservative Christianity presents a “take it or leave it” approach to doctrine then this is because we believe firmly in in One God to which the three Creeds bear witness. Yes, God has made us free to choose whatever we want to believe. This doesn’t change the fact that there is One Church, One Faith, One Lord, et c. It means that one’s personal experience cannot be as authoritative as Scripture, Tradition and Reason. Experience is a means of hypothesis to test against the revealed truth. It is valuable but not one single experience is automatically authoritative. It means that we do wander in doubt and difficulty and that we can only ever build on what is already there. If God says that Fornication is a sin, then it is a sin no matter how liberating it feels. If only a heterosexual couple can marry in the eyes of God, then it cannot be changed no matter how badly we feel. If Society expects us to sin, then it is Society that will be judged harshly when God comes again in glory.

Where I am in agreement with Mr Parsons is that the legalism of certain expressions of conservative Christianity needs to stop. The monk obeys the Benedictine Rule because he knows it will keep his community together as they follow the Catholic Faith to God. He submits himself to its discipline, even to its sanctions and stripes, because he knows that his earthly body must be kept in submission to his spirit. Both body and spirit are God's, but both need to be brought into line for the good of the self and of the community in a more perfect love for God. It isn't a question of whether He loves me: I exist therefore I am loved. It's whether I love Him that matters more, and this involves a denial of myself and a conformity to Him. The self that I deny is the one defined by myself, by my experiences and by my society. I am of God's creation, corrupted by the sin of my species, and saved from the Hell of living in these sins by my Creator. If I follow Mr Parsons' programme of progress, I shall find myself drowning in the saccharin senses of self-righteousness and self-satisfaction at actuating my own identity in the very Hell that I long to leave. 

Give me my cross now so that I might stand a chance of resurrection in Christ when the time comes.

Sons in quicksand

Sunday, January 5, 2020

Sermon for the second Sunday after Christmas

One thing that simple biology tells us very clearly is that we can only be the child of one father, genetically speaking. Of course, we could be a child by being adopted by someone who is not our genetic father, but whom we regard as our father with no less affection.

When we pray the Lord’s Prayer and say “Our Father,” who are we talking to, God or the Devil?

[PAUSE]

Okay, that’s an alarming statement, but St John says:

“Whosoever is born of God doth not commit sin; for his seed remaineth in him: and he cannot sin, because he is born of God. In this the children of God are manifest, and the children of the devil: whosoever doeth not righteousness is not of God, neither he that loveth not his brother.”

Thus, if the Devil really is our father, then the Lord’s Prayer takes on a very sinister and upsetting turn.

Is it true that we know that we are not a child of God if we sin? We know that we sin perhaps daily, perhaps in the same way each time, but we repent, confess our sins and return to God, don’t we? Surely, the Blood of Christ washes our sins away so that we are regarded as sinless before God?

The key to understanding St John is to understand his language. When he talks of committing sin, he means a continual committing of sin. He says that if we really are the children of God then we must be seeking to stop sinning. It is very true that if we do sin then we do have an advocate in Heaven, namely Our Lord Jesus Christ, but if we are putting no effort into stopping sinning then all our praises of God are just lip-service. If we make put no effort to stop sinning then we make the Blood of Christ cheaper than water. St John is clear: we cannot go through life saying, “yes, I sinned, but God will clear up the mess.”

[PAUSE]

The saints of the New Testament are very clear about one thing. We are passing through the world. We are not to become worldly. The reason is so very clear. We are being given the opportunity to return to God and that this should be the focus of our life. Our intention should be purely on accepting God’s grace by which we become His children. This is our Hope Again, St John says:

“every man that hath this hope in him purifieth himself, even as he is pure.”

We are not passive in our salvation because we have to turn to the Saviour and to grab His hand in order to be pulled from the mire of sin and the grasp of the Devil. We are to purify ourselves. What does this mean?

A glass of pure water contains only water, just water and nothing but water. A bar of pure gold contains only gold, just gold and nothing but gold. Being pure is about being focussed on one thing, and that is what we need to do in order to work out our salvation with fear and trembling because in being pure we are aware of Our Lord’s saving grace within us making that salvation happen.

The man who gets stuck in quicksand has all his attention focussed upon his rescuer. He calls to him, listens to him and reaches out to him and is thus pulled from a wet, dark and smothering death. He doesn’t concentrate on the quicksand which is swallowing him for that would lead to despair and also it would stop him from paying full attention to his rescuer. We do not save ourselves but, by striving to be purely devoted to Christ, we are making ourselves available to be saved and co-operating with the grace He gives us.

[PAUSE]

In purifying ourselves, we progress in ceasing to sin because we are focussed away from sin and on to the One Who saves us, redeems us and sanctifies us. Further, we become focussed on how much He is like us and we like Him because, in our purity, we shall see Him as He really is.

Επιστροφή προστίμου ανυποταξίας λόγω αντισυνταγματικότητας νόμου

Thursday, January 2, 2020

Με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά που χειρίστηκε το γραφείο μας, το Δημόσιο υποχρεώθηκε να επιστρέψει σε πολίτη που είχε καταβάλει το ήμισυ του προστίμου ανυποταξίας, κηρύσσοντας αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ισότητας την σιωπή τουνόμου για το θέμα αυτό.

Συγκεκριμένα, με την απόφαση Α6472/2019, το Δικαστήριο έκρινε ότι "η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4361/2016, κατά το μέρος που προβλέπει τη διαγραφή του προστίμου της παρ. 5 του άρθρου 51 του ν. 3421/2005 μόνο για τους ανυπότακτους που δεν το είχαν καταβάλει στο σύνολό του κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, χωρίς, παράλληλα, να προβλέπει τη διαγραφή, και, κατά συνέπεια, την επιστροφή, του συνόλου του προστίμου ή του μέρους που καταβλήθηκε, σε αυτούς που το κατέβαλαν πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Τούτο διότι, με την επίμαχη ρύθμιση διαγράφεται το ανωτέρω πρόστιμο εξ ολοκλήρου μόνο για όσους ανυπότακτους δεν το είχαν καταβάλει ή δεν το είχαν αποπληρώσει ολόκληρο, ενώ για τους λοιπούς ανυπότακτους, που, αν και τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως προαναφέρθηκε, έτυχε να αποπληρώσουν μέρος ή το σύνολο του ανωτέρω προστίμου, αυτό διαγράφεται μόνο κατά το μη αποπληρωθέν μέρος ή δεν διαγράφεται καθόλου, αντίστοιχα. Η ρύθμιση αυτή που εξαρτά τη διαγραφή του προστίμου από το τυχαίο και συμπτωματικό γεγονός της αποπληρωμής του συνόλου ή μέρους αυτού δεν τεκμηριώνεται από λόγους πρόδηλου δημόσιου συμφέροντος, που να προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4361/2016. Το ανωτέρω δε συμπέρασμα ενισχύεται και από τα αναφερόμενα στην προαναφερθείσα με αριθμ. Δ.ΕΙΣΠΡ.Α 1089258 ΕΞ 2016/13.6.2016 εγκύκλιο της Γενικής Φορολογικής Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομικών προς όλες τις Δ.Ο.Υ., με την οποία ορίζεται ρητά ότι εφόσον οι σχετικές ακυρωτικές αποφάσεις των Στρατολογικών Υπηρεσιών, εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 3421/2005 και της Κ.Υ.Α. Φ.429.1/17/281810/4.3.2011 διαγράφεται το σύνολο του επιβληθέντος προστίμου στον ανύποτακτο και επιστρέφεται είτε το συνολικό ποσό είτε το καταβληθέν μέρος αντίστοιχα, εάν όμως οι ακυρωτικές αποφάσεις των Στρατολογικών Υπηρεσιών εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του νέου νόμου 3461/2016 διαγράφεται το ποσόν χρηματικού προστίμου, το οποίο υπάρχει βεβαιωμένο και ανείσπρακτο την 31.1.2016, επομένως καταβληθέντα ποσά μέχρι την 31.1.2016 δεν επιστρέφονται. Ενόψει των ανωτέρω, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 4361/2016, κατά το μέρος που για τους ανυπότακτους που καταλαμβάνει προβλέπει διαγραφή μόνο για όσους από αυτούς δεν έχουν πληρώσει το πρόστιμο, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (ΔΠΑ 5655, 11580, 13237/2019, 18552, 15093, 6209/2018, ΔΠΘεσ 7771/2018, ΔΠΚοζ 623, 52/2018)."

Ανοίγει έτσι ο δρόμος της δικαστικής διεκδίκησης των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν βάσει της αντισυνταγματικής διάταξης.

Most Reading

Blog Archive

Blog Archive

Popular Posts